Ο θάνατος της ηθικής
Η συμπεριφορά μας θα άλλαζε σ΄ ένα περιβάλλον χωρίς ηθικά σύμβολα;
Θεοδόσης Πελεγρίνης
Καθηγητής πανεπιστημίου Αθηνών
Η ηθική, για διάφορους λόγους, είναι ενοχλητική. Η αρετή, αίφνης, προς την απόκτηση της οποίας αδιαλείπτως μας προτρέπει η ηθική, και το καθήκον, που απορρέει από το μόνιμο αίτημα της απόκτησης της αρετής, απαιτούν από μας να θυσιάζομε κάτι από την υγεία μας και την ευτυχία μας. Ενίοτε, μάλιστα, όταν, όπως λέει ο ποιητής, πρέπει να πούμε το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι, ενδέχεται η αρετή και το καθήκον να μας προτρέψουν να διακινδυνεύσομε και τη ζωή μας ακόμη.
Είναι στη φύση μας να θέλομε να απολαμβάνομε τη ζωή μας, κι αυτό, δυστυχώς, δεν συμβαίνει, εξαιτίας, εν πολλοίς, της ηθικής με τις υποχρεώσεις που μας υπαγορεύει. Δεν μας αρέσει να μας λένε τι πρέπει να κάνομε, οπότε, κάνοντας πράγματα που μας επιβάλλονται, αισθανόμαστε δυσφορία. Μπορούμε, βέβαια, να αγνοήσομε να κάνομε ό,τι μας λένε πως οφείλομε να κάνομε. Αλλά, τότε, νιώθομε εκτεθειμένοι απέναντι στους άλλους υποφέροντας, έτσι, από το βάρος της ενοχής, με αποτέλεσμα η απόλαυση, που επιμόνως ζητάμε, να αμαυρώνεται.
▅ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Οταν τα ηθικά σύμβολα καίγονται,δεν σημαίνει ότι αλλάζει και η ζωή των ανθρώπων. ΗΩ ΑΓΓΕΛΗ, δωμάτιο με βιβλιοθήκες,1997
Προς τι, λοιπόν, η διατήρηση της ηθικής, η οποία μπορεί να λέει ότι μας υποχρεώνει να ζούμε με έναν ορισμένο τρόπο προκειμένου να τύχομε ενός καλύτερου βίου, αλλά στην πραγματικότητα μας προσφέρει τη μιζέρια; Και η απορία αυτή γίνεται εντονότερη, άμα σκεφτούμε ότι η ηθική δεν πηγάζει από τη φύση των πραγμάτων. Αν, ορισμένως, υποστηρίχθηκε, είμαστε υποχρεωμένοι να ρυθμίζομε τη συμπεριφορά μας σύμφωνα με τις επιταγές της ηθικής, δεν είναι γιατί μας υποδεικνύεται αυτό από την αναγκαιότητα των πραγμάτων ή από την ανθρώπινη φύση μας, αλλά επειδή βρεθήκαμε εγκλωβισμένοι σε μια γλώσσα, την οποία εμείς επινοήσαμε.
Οι άνθρωποι, συγκεκριμένα, για να πετύχουν να περιορίσουν «την στροβιλίζουσα πολυπλοκότητα του κόσμου σε ένα σκόπιμο και χρήσιμο σχήμα», όπως θα έλεγε ο Νίτσε, για να μπορέσουν, δηλαδή, να βάλουν τη χαώδη πραγματικότητα σε τάξη δημιούργησαν τις λέξεις, ώστε, με βάση αυτές, να κατατάσσουν τα πράγματα σε κατηγορίες, ούτως ώστε να τα ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο και να είναι σε θέση, έτσι, να επικοινωνούν μεταξύ τους. Το κακό με τους ανθρώπους είναι ότι από ένα σημείο και μετά ξέχασαν ότι οι λέξεις διαδραματίζουν έναν καθαρά λειτουργικό ρόλο και πίστεψαν πως αυτές πλέον είναι τα ίδια τα πράγματα. Εν τοιαύτη περιπτώσει, οι λέξεις μοιάζουν να ορθώνονται μπροστά μας σαν συμπαγείς όγκοι πραγμάτων που είναι αδύνατον
να τους παρακάμψει κανείς. Με αυτήν την έννοια, δώσαμε στο «καλό», στο «σωστό», στο «δίκαιο», στο «πρέπει» και στις άλλες λέξεις που συγκροτούν τη γλώσσα της ηθικής οντολογική υπόσταση δημιουργώντας την πεποίθηση ότι, αν επιχειρήσει να τις απωθήσει κανείς, θα φάει τα μούτρα του, ότι, όπως λέει πάλι ο Νίτσε, σκοντάφτοντας πάνω τους, «θα σπάσει το πόδι του μάλλον παρά αυτές».
Από τα μέσα του περασμένου αιώνα, όμως, υπήρξαν φιλόσοφοι που επιχείρησαν να μας βγάλουν από την πλάνη αυτή λέγοντας ότι οι ηθικές λέξεις δεν αποτελούν αξεπέραστους οντολογικούς όγκους, αλλά ότι θα μπορούσαμε κάλλιστα να μεταχειριστούμε περιγραφές από όπου να απουσιάζουν οι ηθικοί όροι και να απαλλαγούμε, έτσι, από τις οχλήσεις που συνεπάγεται η ηθική. Αντί, για παράδειγμα, να πει κανείς για κάποιον ότι είναι καλός πατέρας, θα μπορούσε, απαλείφοντας τον ζημιογόνο ηθικό όρο «καλός», να παρατηρήσει ότι φροντίζει για τα παιδιά του να μην πεινάνε, να μορφωθούν, να νιώθουν ασφάλεια, και άλλα τινά.
Ο απεγκλωβισμός μας από την ηθική γλώσσα και η απελευθέρωσή μας από τις παρενέργειές της ευνοούνται από το καινούργιο περιβάλλον, που διαμορφώνεται χάρη στην εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας. Κορυφαία σύμβολα του ηθικού βίου μας υπονομεύονται και μοιάζουν να καταρρέουν κάτω από το βάρος των επιστημονικών και τεχνολογικών εξελίξεων. Λόγου χάριν, οι έννοιες της μητέρας, με όλη την ηθική αύρα που σέρνει μαζί της, και του αγνώστου στρατιώτη, που εκφράζει το αδιαπραγμάτευτο ηθικό χρέος μας προς την πατρίδα μας, εμφανίζονται σαν κατάλοιπα μιας άλλης εποχής. Λέγοντας «μητέρα», ορισμένως, εννοούμε το ον εκείνο που παράγει ωάρια, συλλαμβάνει, κυοφορεί μέσα του το έμβρυο και, τελικά γεννάει το παιδί. Από τις λειτουργίες αυτές της μητέρας, ωστόσο, οι τρεις- η σύλληψη, η κυοφορία και η γέννηση- έχουν ήδη, χάρη στην εξέλιξη της επιστήμης, μετατοπιστεί από τον εσωτερικό κόσμο της μητέρας σε άλλα περιβάλλοντα. Πράγματι, σήμερα η σύλληψη
μπορεί να επιτευχθεί σε δοκιμαστικό σωλήνα, η κυοφορία να γίνει στη μήτρα μιας άλλης γυναίκας, της καλούμενης δανεικής μητέρας, και η γέννηση να συντελεστεί από τη δανεική μητέρα. Ως προς την άλλη λειτουργία δε, την παραγωγή ωαρίων, ποιος μπορεί να αποκλείσει ότι στο μέλλον η επιστήμη δεν θα μπορεί να τα δημιουργεί με τεχνικό τρόπο. Ανάλογος είναι και ο εκφυλισμός που έχει υποστεί, εξαιτίας της προόδου της επιστήμης και της τεχνολογίας, η έννοια του άγνωστου στρατιώτη. Αν, δηλαδή, στο παρελθόν μπορούσαμε να μιλάμε για τον άγνωστο στρατιώτη που έπεσε στο πεδίο της μάχης, σήμερα δεν δικαιούμεθα να το κάνομε, επειδή, χάρη στην ανάλυση του DΝΑ, είναι δυνατόν να ανακαλυφθεί η ταυτότητα του κάθε ανθρώπου.
Αλλά, πέρα από την αμφισβήτηση των συμβόλων της ηθικής συμπεριφοράς μας, τείνει να ακυρωθεί ακόμη και ο ίδιος ο εαυτός μας, εκείνος που υποτίθεται πως πράττει και χρεώνεται την ηθική ευθύνη των πράξεών μας. Πού υπάρχει, αλήθεια, ο εαυτός μας και τι είναι αυτός;
Ούτε να τον δούμε ούτε να τον αγγίξομε ούτε να τον αντιληφθούμε καθ΄ οιονδήποτε άλλον τρόπο μπορούμε. Απλώς, θεωρούμε ότι θα πρέπει να υπάρχει κάπου μέσα μας, προκειμένου να δικαιολογήσομε τον οργανωμένο τρόπο που ενεργούμε. Και η πιο απλή ενέργειά μας, το να απλώσομε, για παράδειγμα, το χέρι μας για να μετακινήσομε στο τραπέζι ένα σταχτοδοχείο, απαιτεί ένα σύνολο κινήσεων των κυττάρων μας και των μυών μας, οι οποίες πρέπει να μπουν στη σειρά και να εναρμονιστούν, ώστε να εκπληρωθεί ο σκοπός μας - η μετακίνηση του σταχτοδοχείου, εν προκειμένω. Κάποιος, όμως, εικάζομε, ένας ρυθμιστής εντός μας, θα πρέπει να υπάρχει για να συντονίζει τις κινήσεις μας, ώστε να μπορούμε να επιτελούμε τις πράξεις στις οποίες προβαίνομε. Αυτός ο εσωτερικός ρυθμιστής είναι ό,τι ονομάζομε «εαυτό» μας, ο οποίος, δρώντας ανεξάρτητα από τα μέρη από τα οποία συντίθεται, έχει την ευθύνη και, ως εκ τούτου, είναι υπόλογος για τον τρόπο που ενεργούμε και πράττομε. Κάθε οργανωμένο σύνολο, όπως, ας πούμε, ένα εργοστάσιο ή ένα
γραφείο, διοικείται από κάποιον ο οποίος έχει την τελική ευθύνη για τον τρόπο που ενεργούν τα μέλη του και είναι, τελικά, ο υπόλογος για το έργο που παράγεται.
Ωστόσο, θα μπορούσαν να επισημανθούν οργανωμένα σύνολα όπου τα μέλη τους προβαίνουν σε ποικίλες συντονισμένες ενέργειες χωρίς να υπάρχει κανένας ρυθμιστής. Παραδείγματος χάριν, τα μέλη μιας αποικίας μυρμηγκιών κατασκευάζουν στις φωλιές των στοές, εξόδους και άλλα μηχανικά έργα, ή τα μέλη ενός σμήνους αποδημητικών πουλιών διατρέχουν τεράστιες αποστάσεις πετώντας σε διάφορα ύψη, σταματώντας εδώ κι εκεί, χωρίς, τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση, να τα κατευθύνει στις ενέργειές των κανένας αρχηγός. Απλώς, το κάθε μυρμήγκι στην αποικία και το κάθε μέλος του σμήνους των αποδημητικών πουλιών δρα βλέποντας τι κάνει το διπλανό του.
Με ανάλογο τρόπο θα μπορούσαμε να εκλάβομε το κάθε ανθρώπινο ον σαν έναν οργανισμό που αποτελείται από χιλιάδες κύτταρα που συγκροτούνται σε σύνολα, τα οποία συμπεριφέρονται το καθένα τους κοιτώντας πώς ενεργεί το διπλανό τους. Εν τοιαύτη περιπτώσει, δεν χρειάζεται να καταφεύγομε στην υπόθεση του εαυτού μας ως υπεύθυνου για ό,τι κάνομε.
▅ ΧΩΡΙΣ ΗΘΙΚΗ;
Προφανώς, σε ένα περιβάλλον, όπου δεν θα υπάρχουν ηθικά σύμβολα, όπου οι άνθρωποι δεν θα μεταχειρίζονται τη γλώσσα της ηθικής και δεν θα απευθύνονται ο ένας στον άλλο σαν να υπάρχει από πίσω κάποιος ρυθμιστής προκειμένου να αναλάβει την ευθύνη για όσα πράττει, η ηθική μορφή ζωής δεν θα έχει καμιά θέση. Αυτό, βέβαια, επ΄ ουδενί σημαίνει ότι, εάν και εφόσον καταργηθεί η ηθική, θα γεμίσει ο κόσμος από κακοποιούς. Οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να κάνουν λίγο πολύ τα ίδια πράγματα. Απλώς, δεν θα έχουν κανέναν λόγο να τα αξιολογούν ηθικά όπως κάνουν μέχρι τώρα. Ας σκεφτούμε μόνο τούτο: όταν έπαψε η μυθολογία να αποτελεί συστατικό της ζωής των ανθρώπων, τα δέντρα, οι θάλασσες, οι λίμνες, τα θηρία και όλα τα άλλα όντα για τα οποία μιλούσαν οι μύθοι, δεν εξαφανίστηκαν. Συνέχισαν να υπάρχουν- απαλλαγμένα απλώς από το νέφος των μυθολογικών περιγραφών. Οι όποιες αναφορές μας σήμερα στους μύθους γίνονται όχι, βέβαια, γιατί τους πιστεύομε αλλά προς τέρψη μας. Ποιος ξέρει, λοιπόν- αν ποτέ και εφόσον κάποτε καταργηθεί η ηθική-, μήπως η αναφορά μας τότε σε αυτήν, αντί για τη μιζέρια που εδώ και αιώνες μας προξενεί, δεν μας προκαλεί πλέον την απόλαυση, την οποία, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, από τη φύση μας επιζητούμε στη ζωή μας. *