Είσοδος μέλουςΕίσοδος μέλους Εγγραφή Νέου Μέλους

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ - Τεύχος 06/7/2007
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Για μια σύγχρονη υπευθυνότητα
Η λογοτεχνία στη νέα κοινωνία του θεάματος
Χρήστος Χρυσόπουλος
Συγγραφέας και δοκιμιογράφος
Φωτογραφία
Ξεκινώ από την παρατήρηση ότι στη σημερινή εποχή γινόμαστε μάρτυρες μιας νέας μορφής κοινωνικής εξωστρέφειας, που απαιτεί τη συμμετοχή της πλειονότητας των πολιτών στην αέναη επιδίωξη κάποιου αναγνωρίσιμου «ύφους ζωής». Η διαφορά έγκειται στο ότι «το θέαμα δεν συμπίπτει πλέον με αυτό που αποκαλούμε media, αλλά είναι η κοινωνική σχέση ανάμεσα στα άτομα με τη μεσολάβηση των εικόνων».
Η κοινωνική ζωή εμφανίζεται τώρα εγκλωβισμένη εντός του ψευδαισθησιακού κόσμου της «επαυξημένης διαβίωσης» (enhanced living), η οποία καθίσταται απαραίτητη για τη διατήρηση της ίδιας της ψευδαίσθησης (ο Ρόμπινς την ονομάζει
απο-πραγματικότητα: de-realization).
2
Και ο δημόσιος βίος μοιάζει να έχει ήδη ανταλλαχθεί με το σύνολο της αφηρημένης αναπαράστασης. Το θέαμα δεν είναι μόνον ο υπηρέτης της ψευδαίσθησης. Είναι πλέον η ψευδής χρήση της ίδιας της ζωής: «το γίγνεσθαι-κόσμος της νόθευσης μεταμορφώνεται σε γίγνεσθαι-νόθευση
του κόσμου».
3
▅ Η «ΘΕΑΜΑΤΙΚΗ» ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ Ο «ΔΥΣΚΟΛΟΣ» ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Σε αυτό το πλαίσιο κυριαρχεί η προφάνεια του συλλογικού και ατομικού θεάματος και η λογοτεχνία αποκτά στοιχεία «θεαματικής λογοτεχνίας». Ο αναγνώστης γίνεται θηρευτής ψευδαισθήσεων. Η μυθοπλασία εμπλουτίζεται με σημεία που ορίζουν την πολιτιστική ταυτότητα και αποδίδουν πιστοποιητικά συμμετοχής σε επίκαιρες υποκουλτούρες.
Το βιβλίο, επομένως, αποκτά τις ιδιότητες μάρκας (brand). Το αντικείμενο γίνεται η όντως πραγματική ψευδαίσθηση και το θέαμα η γενική της
εκδήλωση.
5
Σκέφτομαι, λοιπόν, ότι απέναντι σε τούτη την πλειοψηφούσα ελαφρότητα- ο Κάουλτερ την ονομάζει «ολική ασημαντότητα»,
total triviality 6
- ο συγγραφέας που αφοσιώνεται στη λογοτεχνία ως εργαλείο στοχασμού (δηλαδή ο κατ΄ εξοχήν «μη θεαματικός» συγγραφέας) αναγκάζεται να καθορίσει τη θέση του μέσω της γραφής, δίνοντας μια ενδοσκοπική απάντηση στο φαινομενολογικό ερώτημα, «Σε ποιον κόσμο ανταποκρίνονται αυτά που γράφω;» Με άλλα λόγια, μεταξύ άλλων, επιχειρεί μέσω του έργου του να φανερώσει τις περιστάσεις που τον καθιστούν συγγραφέα και του επιτρέπουν (για να μην πω του επιβάλλουν) να γράψει με έναν συγκεκριμένο τρόπο, για συγκεκριμένα θέματα και με ορισμένους περιορισμούς. Αυτή είναι μια επίκαιρη μορφή κοινωνικότητας της λογοτεχνίας.
Βεβαίως, μια τέτοια μετανεωτερική «διάγνωση» δεν μπορεί ποτέ να είναι απλή ή «θεαματική» και γίνεται πολύ γρήγορα σαφές ότι το να σκέφτεσαι τη γραφή οδηγεί στην πολυσημία.
Συνεπώς, μια λογοτεχνία που θα ήθελε να είναι κοινωνικώς «υπεύθυνη λογοτεχνία»- αυτή που ο Ρομπέρτο Καλάσο ονομάζει «απόλυτη λογοτεχνία»- δεν μπορεί να είναι αφελής ψυχολογία (folk psychology). Το αντίθετο, μάλιστα, οφείλει να είναι μια διαδικασία καθαρά συστηματική και η δυσκολία της έγκειται στην ανάγκη να επινοηθούν οι αφηγηματικές στρατηγικές που θα την πραγματώσουν. Να λοιπόν ποιος είναι ο αντίποδας της «θεαματικής λογοτεχνίας»: μια λελογισμένη αυστηρότητα.
▅ ΤΟ «ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΔΙΟ» ΚΑΙ Ο «ΝΕΟΣ» ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Πέραν τούτου, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι η «θεαματικότητα» της τρέχουσας λογοτεχνίας δεν είναι μια κατάσταση ειρηνικής συμβίωσης. Αντιθέτως, το σύγχρονο λογοτεχνικό πεδίο (ο κόσμος των συγγραφέων, των αναγνωστών, των εκδοτών, των media κτλ.) είναι ένας αδυσώπητος στίβος επιβίωσης του ισχυρότερου και ανέχεται ελάχιστες μόνο συναινέσεις οι οποίες εξυπηρετούν τη «θεαματικότητα» των λογοτεχνικών συμβάντων.
Η πιο ισχυρή συναίνεση των ημερών μας συνοψίζεται στον διαχωρισμό παλαιών- νέων και επιβάλλει οι συγγραφείς που υπολείπονται στη διαδικασία νομιμοποίησης (αν και μπορεί να έχουν την ίδια ηλικία με τους «καθιερωμένους») να τοποθετούνται a priori στον αντίποδα αυτού που κάνουν οι συγγραφείς των προηγούμενων «γενεών», επειδή αγωνιούν να αποποιηθούν οποιοδήποτε σημάδι «λογοτεχνικής γήρανσης». Ενώ, από την άλλη πλευρά, οι «καθιερωμένοι» συγγραφείς δεν βλέπουν στους νέους τίποτε άλλο παρά μόνο μια γιγάντια κενή φιλοδοξία. Στη θεαματική κοινωνία, γενικότερα, ο χρόνος δεν υπάρχει ως διάρκεια αλλά ως συσσώρευση. Η μια εποχή πέφτει πάνω στην άλλη, κάθε «νεωτερισμός» καλύπτει τον προκάτοχό του, όπως τα αρχαιολογικά στρώματα σε μια ανασκαφική τομή, γι΄ αυτό δεν υπάρχουν πλέον εξέλιξη και διαδοχή, παρά μόνο πρόκληση (provocation)- διαφέρει από την έννοια της άμιλλας (challenge)- και αντικατάσταση: «Εκεί όπου εγκαθίσταται η μαζική κατανάλωση εμφανίζεται στο πρώτο επίπεδο των
ψευδορόλων μια κυρίαρχη θεαματική αντίθεση ανάμεσα στους νέους και στους παλαιότερους»
7
Αυτή η περιγραφή του λογοτεχνικού πεδίου, παρ΄ ότι καθ΄ όλα παρανοϊκή, δεν είναι αβάσιμη. Η εισαγωγή νέων δημιουργών είναι όντως ένας από τους κύριους τρόπους με τους οποίους αλλάζουν οι συσχετισμοί στον χώρο της τέχνης, της επιστήμης και της σκέψης. Αλλά η ταχύτατη επανάληψη και η άκριτη γενίκευση αυτών των μανιχαϊστικών διαχωρισμών ισοπεδώνουν την πραγματικότητα. Και το αποκαρδιωτικό γεγονός είναι ότι η «θεαματική» περιγραφή του λογοτεχνικού πεδίου θα μπορεί πάντοτε να επαναπαύεται στις περιστασιακές επιτυχίες της, επειδή είναι σίγουρο ότι κάθε τόσο, λόγω της κοινοτοπίας της, θα ευστοχεί στο προφανές.
▅ Ο «ΑΓΝΟΣ» ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ
Είμαστε εμείς οι ίδιοι που αποδίδουμε μια ιδιάζουσα και αυτόνομη (όχι όμως ενδοκειμενικά αυτάρκη) ταυτότητα στα έργα της λογοτεχνίας
Σε αυτή τη συγκυριακή «ευστοχία» στηρίζεται και ο αναγνώστης, που- όπως οι πελάτες- νομίζει ότι έχει πάντα δίκιο. Εν τούτοις η ιδιάζουσα εκείνη «αθωότητα» της πρώτης επαφής με το λογοτεχνικό έργο δεν είναι «αθώα». Ο δήθεν «αγνός», αποδραστικός
(escapist) αναγνώστης 8
έχει ήδη διαπεραστεί από τα θεμελιώδη αποτελέσματα της αισθητικής. Ο,τι πιστεύει πως αντιλαμβάνεται στη μορφή του λόγου, ο «αγνός» αναγνώστης το έχει τοποθετήσει ο ίδιος μπροστά του.
Γνωρίζουμε πλέον πολύ καλά ότι η λογοτεχνία δεν πηγάζει από την a priori σύλληψη της πραγματικότητας τύπου 19ου αι.,
π.χ. Ουγκό, Ζολά. κ.ά., ούτε από την παράθεσή της σε αιτιακές συνάφειες και αναφορές, αλλά είμαστε εμείς οι ίδιοι που αποδίδουμε μια ιδιάζουσα και αυτόνομη (όχι όμως ενδοκειμενικά αυτάρκη) ταυτότητα στα έργα της λογοτεχνίας. Αυτή η συνθήκη ισχύει όχι μόνο στη σφαίρα της προσωπικής ανάγνωσης, αλλά και στον δημόσιο λόγο για τη λογοτεχνία, στο πλαίσιο του οποίου τα πάντα μπορούν να γίνουν αντικείμενα συζήτησης, αρκεί να μην παρουσιάζονται ως παράγωγα μιας δήθεν «αληθούς» νομοτέλειας.
Ας το πούμε αλλιώς: η πολλαπλότητα και η ανισότητα των νόμων της λογοτεχνίας είναι τόσο μεγάλη, ώστε να καθίσταται μεν δυνατό να υπαγάγουμε μεμονωμένους εξ αυτών σε μια κοινή έννοια ευταξίας (και η φορμαλιστική θεωρία έκανε μεγάλες προσπάθειες για αυτό), ποτέ όμως δεν είναι εφικτό να συλλάβουμε την ολότητά τους
σε ενιαία γενετική ακολουθία. Με αυτόν τον περιορισμό, η λογοτεχνία προϋποθέτει μεν μια «φύση του λογοτεχνικού», η οποία όμως είναι ενδεχομενική και η λογοτεχνία την ανέχεται «για το καλό της».
▅ ΕΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΥΠΕΥΘΥΝΗ» ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Επομένως, η θέση ευθύνης του συγγραφέα είναι να αναγνωρίσει ότι τίποτε από ό,τι η τρέχουσα «θεαματικότητα» έχει ανάγκη να παρουσιάσει ως «αυθεντικό» (για να προσποριστεί από αυτό μια ταυτότητα με αποδεικτικά εγκυρότητας) δεν μπορεί ποτέ να προϋπάρξει ως τέτοιο.
Πολλοί μίλησαν πρόσφατα για την επιστροφή μιας σύγχρονης επιδραστικής λογοτεχνίας
9
, επικαλούμενοι κάποια απολεσθείσα «λαϊκή γραφή», υπονοώντας κάποιου τύπου αυθεντικότητα, χωρίς να αναγνωρίζουν ότι- ακριβώς για όλους τους παραπάνω λόγους- εκείνη η αφετηριακή, καταγωγική αυθεντικότητα είναι πλέον απρόσιτη. Ηδη από το 1936 ο Μπένγιαμιν χρησιμοποιεί την «αύρα» (aura) για να περιγράψει το απολεσθέν «δέος» (awe) και την «ευλάβεια» (reverence) που τον 19ο αιώνα συνόδευαν το αυθεντικό αντικείμενο. Και ό,τι έχει υποχρέωση να λάβει υπ΄ όψιν του ο σύγχρονος συγγραφέας είναι μια «λελογισμένη αυστηρότητα». Δηλαδή μια σύγχρονη μετανεωτερική υπευθυνότητα απέναντι στην πολιτική κοινοτοπία ενός καταιγιστικού συρμού, που διακηρύσσει: «Ο,τι φαίνεται, είναι καλό. Και ό,τι είναι καλό, φαίνεται». *
1.Giorgio Αgamben et al., Retour au futur?Des situationnistes, Via Valeriano,Μarseille,1990.
2.Κ.S.Robins, Ιnto the image,Routledge,1996.
3.Guy Debord, Comments on the Society of the Spectacle,Verso Classics,1998.
4.Εδώ αποκτά σημασία ο πρόσφατος συρμός του δωρεάν τύπου (free press).
5.Αντίθετα με ό,τι υποστηρίζεται από μια δήθεν προοδευτική (αλλά ουσιωδώς συντηρητική)
διανόηση,αυτή η πραγματικότητα δεν συνάδει με τη μετανεωτερικότητα,αλλά αποτελεί τον πλήρη αντίποδά της.Το ανύπαρκτο αλλά κοινότοπο μεταμοντέρνο «anything goes» δεν ήταν ποτέ ένα απολιτικό,ανήθικο «laissez faire».
6.Gerry Coulter, Ιntersections and Divergences in Contemporary Theory: Βaudrillard and Αgamben Οn Ρolitics Αnd the Daunting Questions of Οur Τime, Ιnternational Journal of Βaudrillard Studies,Volume 2,Νumber 2,July 2005)
7.Guy Debord, The society of the spectacle, Ζone Βooks,1995).Βλ.και την πολύ ενδιαφέρουσα επικαιροποίηση του Ντεμπόρ από τον ΜcΚenzie W ark ( Ενα μανιφέστο των Χάκερ,Scripta,2006) και τον Τζ.Αγκαμπέν ( Βεβηλώσεις, Αγρα,2006).
8.Χρήστος Χρυσόπουλος, Το γλωσσικό κουτί, Καστανιώτης,2006,κεφ.44)
9.Οπως π.χ.ο Τοντόροφ στο La litt rature en p ril,
Flammarion,2007.Βλ.Τιτίκα Δημητρούλια: Σε αναζήτηση του χαμένου κοινού,Καθημερινή, 25.2.2007 και Γιώργος Ξενάριος: Η νοσταλγία και το λαϊκό, Περιοδικό «Διαβάζω»,τεύχος 473
Αφιέρωμα
ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ - Τεύχος 06/7/2007
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Αχιλλέας Μητσός Πρώην γενικός διευθυντής ευρωπαϊκής επιτροπής
Hσυμφωνία επετεύχθη, το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα εγκαταλείφθηκε και μια καινούργια Διακυβερνητική Συνδιάσκεψη άρχισε, που θα καταλήξει σε «Μεταρρυθμιστική Συνθήκη». Οι περισσότεροι σπεύδουν να μιλήσουν για μία ακόμη κρίση που αποσοβήθηκε, για ένα ακόμη αδιέξοδο που έληξε. Είναι όμως έτσι; Ναι, αν το ζητούμενο ήταν να γυρίσει η σελίδα, να πάψει η ομηρεία, να μπουν μπρος κάποιες ρυθμίσεις. Οχι, όμως, αν αυτό που ενδιαφέρει είναι η ευρωπαϊκή ενοποίηση αυτή καθεαυτή, το «μεγάλο σχέδιο», η Ενωμένη Ευρώπη.