Είσοδος μέλουςΕίσοδος μέλους Εγγραφή Νέου Μέλους

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ - Τεύχος 07/12/2007
Αρθρογράφοι: ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Καθηγήτρια της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Ακαδημαϊκός
Επ. Καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Αναπλ. Καθηγητής Ιστορίας Νεοτέρων Χρόνων, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας ΑΠΘ
Λέκτωρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου
Επικ. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου
Καθηγητής της Ιστορίας στο Columbia University
Mέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, Διευθυντής Σπουδών στην Ecole Des Hautes Etudes En Sciences Sociales
Συγγραφέας, Αναπλ. Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών
Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Kαθηγήτρια του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
Δημοσιογράφος, Αρχισυντάκτης του «Βήματος Ιδεών»
Aναπλ. Kαθηγήτρια Iστορίας και Iστορικής Eκπαίδευσης στην Παιδαγωγική Σχολή του ΑΠΘ
Καθηγητής της Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Λα Σαπιέντζα της Ρώμης
Ιστορικός, Συγγραφέας
Καπετάνιοι,δημοσιογράφοι και ιστορικοί στην υπηρεσία του έθνους
Πολιτικές όψεις της ιστοριογραφίας του Μακεδονικού Ζητήματος
Φωτογραφία
Βασίλης Κ. Γούναρης
Αναπλ. Καθηγητής Ιστορίας Νεοτέρων Χρόνων, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας ΑΠΘ
Η ιστοριογραφία του Μακεδονικού Ζητήματος ήταν ανέκαθεν μέρος της πολιτικής
Αρκετοί πιστεύουν- με περισσή αφέλεια- ότι η λύση του Μακεδονικού Ζητήματος ή του «Σκοπιανού», όπως ονομάζεται πλέον δημοσίως, θα επιτευχθεί με τη χρήση της Ιστορίας. Οι ιστορικοί δεν είναι - δεν είμαστε- άμοιροι ευθυνών για τη διαιώνιση της πλάνης αυτής. Ανταποκρινόμενοι θετικά στην πολιτική και κοινωνική ενθάρρυνση για αποκάλυψη «νέων τεκμηρίων» και παραγωγή «ακαταμάχητων επιχειρημάτων» ή, το αντίθετο, ασκώντας «αποδομητική κριτική» στις τρέχουσες εθνικές απόψεις, καλλιεργούμε στον κόσμο, αυτάρεσκα και επωφελώς, την εντύπωση πως πράγματι το κλειδί που ψάχνουν οι διπλωμάτες βρίσκεται στο συρτάρι των ιστορικών. Μέγα σφάλμα.
Η πίστη πως η Ιστορία προσφέρει δικαιώματα, λύσεις, μαθήματα και επομένως είναι μέρος του βασικού εξοπλισμού ενός έθνους-κράτους δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία ούτε είναι καινοφανής. Συνδέεται με τη ρομαντική αντίληψη περί της ιστορικής πορείας του έθνους, αποδεκτής γενικώς στην Ευρώπη, ειδικά στα ανατολικά της, όπου η επιζητούμενη εθνική ενότητα προβλήθηκε ως η αναβίωση του παρελθόντος. Η πίστη, λοιπόν, των Ελλήνων του 19ου αιώνα πως η Ιστορία μπορούσε να κρίνει το μέλλον της Μακεδονίας, όπως είχε εξασφαλίσει την ελληνική παλιγγενεσία, ήταν απολύτως φυσιολογική. Εξίσου φυσιολογικό ήταν το ιστορικό και εθνογραφικό ενδιαφέρον που αναπτύχθηκε στον σλαβικό κόσμο για την ίδια περιοχή. Δεν ήταν τυχαίο, βέβαια, ότι πρωτεργάτες των ερευνών, όπως ακριβώς συνέβη και στην Ελλάδα, ήταν απόδημοι από τη Μακεδονία.
Το ιστορικό ενδιαφέρον των Σλάβων και μάλιστα το πρώιμο φλερτ τους με το αρχαίο παρελθόν της Μακεδονίας και της Θράκης προκάλεσαν ελληνική αντίδραση. Η κατακραυγή εναντίον του Φαλμεράιερ ήταν νωπή. Οι διπλωματικές εξελίξεις της περιόδου 1870-1885 ανέδειξαν τη Σόφια ως κοιτίδα της ιστορικής παραπλάνησης και βουλγαροποίησαν τη σλαβική απειλή. Ως αποτέλεσμα εξαπολύθηκε ένας ακαδημαϊκός πόλεμος, που βασικό σκοπό είχε να εξουδετερώσει οποιαδήποτε επιβουλή κατά της μακεδονικής αρχαιότητας. Συμμετείχε πανστρατιά εκπαιδευτικών και δημοσιογράφων, των οποίων οι βόρειες πατρίδες απειλούνταν.
Την ίδια εποχή ενεργοποιήθηκαν επιστημονικά και οι Σέρβοι. Οφειλαν να προστατεύσουν από τους Βουλγάρους την «Παλαιά Σερβία», που επιμελώς συγχεόταν με
τη Βόρεια Μακεδονία. Υποστήριξαν ότι οι Μακεδόνες δεν ήταν Βούλγαροι ούτε Σέρβοι αλλά ιδιαίτερη φυλή σλαβική, συγγενική τους. Η διαμάχη αυτή για την ταυτότητα των μακεδόνων Σλάβων ευνόησε την επιστημολογική διάκρισή τους και από τους Σέρβους και από τους Βουλγάρους, αλλά οι Ελληνες δεν διέβλεπαν την απειλή. Οι όροι «Μακεδόνας» και «Μακεδονία», ως ισχυρά και γνωστά από την εκπαίδευση ελληνικά σύμβολα, αντιδιαστέλλονταν με τον Βουλγαρισμό. Αυτή η διάκρισή τους ήταν αρκετή, κι ας λάνθανε η αποδοχή της σλαβοφωνίας και της εθνολογικής μείξης.
Παράλληλα η Μακεδονία ανακαλύφθηκε εκ νέου από μια νέα γενιά ευρωπαίων περιηγητών. Τα κείμενα αυτά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν επιστημονικά ή, έστω, αμερόληπτα, αλλά ανέδειξαν τον σλαβικό χαρακτήρα της Μακεδονίας με τεκμήριο τη γλώσσα. Ηταν μια χρήσιμη υποθήκη για τη Βουλγαρία, λόγω της διεθνούς προβολής
που απέκτησε σύντομα το ζήτημα. Η εξέλιξη αυτή οφειλόταν στην υποστήριξη θρησκευτικών και φιλελεύθερων κύκλων προς τη Βουλγαρία αλλά και στην εξαγορά ευρωπαίων δημοσιογράφων. Τελικά αλλοδαποί ταξιδευτές και δημοσιογράφοι άφησαν σημαντική βιβλιογραφική και χαρτογραφική παρακαταθήκη περί Μακεδονίας, που έκτοτε θεωρείται άκριτα ως έργο επιστημονικής αναφοράς. Μέσα από την ίδια βιβλιογραφία και από την παράλληλη διπλωματία καθιερώθηκε διεθνώς ο γεωγραφικός ορισμός της Μακεδονίας ως μιας ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής, που περιελάμβανε στο σύνολό του και το Κόσοβο. Η Αθήνα είχε επίγνωση ότι ο ορισμός αυτός έδινε τη δημογραφική πλειοψηφία στους Σλάβους· ευνοούσε όμως ένα συμβιβασμό που θα της εξασφάλιζε σημαντικό μερίδιο μακεδονικών εδαφών.
Κατά την πρώτη εικοσαετία του 20ού αιώνα δημιουργήθηκε στα βαλκανικά κράτη πλεόνασμα αφηγήσεων εθνικής έξαρσης και «βίβλων» μακεδονικών εγκλημάτων. Τα είδη αυτά, έργα παλαιμάχων και προσφύγων, είχαν μεγάλη δημοσιογραφική ζήτηση και ήταν απαραίτητα για τον εθνικό φρονηματισμό της κοινής γνώμης, που οδηγούνταν στη λογική της κλιμακούμενης σύρραξης. Εξάλλου, η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων στη Μακεδονία αποτελούσε πλέον παντού το βασικότερο σημείο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Οξύτερη ήταν η κριτική στη Βουλγαρία όπου η συγκέντρωση πολυαρίθμων προσφύγων από τη Μακεδονία επέδρασε σοβαρά στη συγκρότηση του κράτους και της εθνικής ιδεολογίας. Πολύγλωσσες εκδόσεις, ειδικά μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, διεθνοποίησαν τις βουλγαρικές απόψεις. Μέσα από τη γνωριμία αυτή- όπου η ελληνική συμμετοχή ήταν αμελητέα- το ευρωπαϊκό κοινό εξοικειώθηκε με τα επιχειρήματα των βουλγαρικών επιτροπών αλλά και με το εναλλακτικό αίτημα της μακεδονικής αυτονομίας, έστω με βουλγαρικό περιεχόμενο.
Η εντονότατη σύνδεση και της μεταπολεμικής ιστοριογραφίας με την πολιτική έχει φυσικά την ιστορική της εξήγηση. Η βουλγαρική κατοχή μακεδονικών εδαφών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η γιουγκοσλαβική εμπλοκή στον ελληνικό Εμφύλιο, η ίδρυση της ομόσπονδης Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΛΔΜ) και η συνακόλουθη διελκυστίνδα Σόφιας- Βελιγραδίου επηρέασαν το έργο των ιστορικών. Η ίδια η Ελλάδα βρέθηκε παγιδευμένη σε ένα διπλό ιδεολογικό μέτωπο. Τον βουλγαρομακεδονικό πατριωτικό εθνικισμό είχε διαδεχθεί ο σλαβομακεδονικός εθνικισμός,
ώριμο προϊόν του σοσιαλιστικού φεντεραλισμού και των σερβικών εθνολογικών θεωριών. Στο πιεστικό αυτό πλαίσιο δεν υπήρχε χρόνος και χώρος για εμβριθείς μελέτες. Χρειαζόταν αποφασιστικότητα και φανατισμός. Εναντι του σλαβισμού και του κομμουνισμού όλοι οι επιφανείς όφειλαν να χτίσουν με την πένα τους ισχυρά ιδεολογικά τείχη, ισχυρότερα από τα απροστάτευτα τότε σύνορα της Ελλάδας.
Ανελαστικές όμως ήταν οι πολιτικές ανάγκες και στον Βορρά. Μέσα από τη συγγραφή μιας μαρξιστικής μακεδονικής Ιστορίας τα Σκόπια καλούνταν να εξουδετερώσουν τον βουλγαρικό παράγοντα και να αποσυνδέσουν συνολικά τη Μακεδονία από την ελληνική Ιστορία, εξασφαλίζοντάς της όμως ταυτόχρονα τα ευρύτερα δυνατά ιστορικά όρια. Μόνον έτσι μπορούσαν να προφυλάξουν το Βελιγράδι από τη βουλγαρική/σοβιετική επιβουλή, χωρίς να του στερήσουν πρόωρα τις ελληνικές του φιλοδοξίες. Καθοριστικός παράγοντας στη συγγραφή αυτής της νέας Ιστορίας ήταν οι πολιτικοί πρόσφυγες από την ελληνική Μακεδονία. Εκ των πραγμάτων ήταν κομμουνιστές- είδος όχι τόσο διαδεδομένο στη ΛΔΜ- και είχαν προσωπικό συμφέρον να κρατήσουν την παλαιά και τη νέα πατρίδα τους ενωμένες, έστω θεωρητικά. Μετά την πρόσφατη αυτονομία της η πΓΔΜ απάλειψε τον μαρξισμό από την Ιστορία, απομακρύνθηκε από τη σλαβική της κληρονομιά και προσανατολίστηκε στην αμελημένη μακεδονική αρχαιότητα. Ο ανταγωνισμός με τους Ελληνες για το παρελθόν αυτό δεν στερείται πολιτικής σημασίας. Τονώνει το εθνικό φρόνημα και εξασφαλίζει στους Σλαβομακεδόνες ένα παρελθόν εξίσου μακραίωνο με το ελληνικό αλλά και με το ιλλυρικό.
Οταν, λοιπόν, διαπιστώνει κανείς ότι στις μέρες μας το «Σκοπιανό» έχει περιπλεχθεί αξεδιάλυτα με την εσωτερική μας πολιτική, δεν πρωτοτυπεί. Η ιστοριογραφία του Μακεδονικού Ζητήματος ήταν ανέκαθεν μέρος της πολιτικής. Απέρρεε από την πολιτική, την εσωτερική και τη διπλωματία, και παρήγε υλικό για χρήση των πολιτικών και των διπλωματών. Η προσέγγιση αυτή δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν αλήθειες στην ιστορία της Μακεδονίας. Απλώς επισημαίνει ότι προτού ο ιστορικός αξιοποιήσει τις πηγές ή τη βιβλιογραφία πρέπει να προβληματισθεί γιατί γράφτηκαν και τι εξυπηρετούσαν. Πρέπει επίσης να αναρωτηθεί αν μπορεί ο ίδιος να παράγει με το υλικό αυτό μια εκδοχή του παρελθόντος λιγότερο επηρεασμένη από το παρόν και αδιάφορη προς το μέλλον. *
Αφιέρωμα
ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ - Τεύχος 07/12/2007
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Χριστίνα Κουλούρη Καθηγήτρια της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Την τελευταία χρονιά η Ελλάδα γνώρισε μια πρωτοφανή έκρηξη της δημόσιας ενασχόλησης με την Ιστορία, με αφορμή ένα σχολικό εγχειρίδιο και με σημείο αιχμής τον τρόπο που διδάσκεται η Ιστορία στα παιδιά. Ο δημόσιος διάλογος διεξήχθη με πάθος, το οποίο κατέληξε και σε ακρότητες, και πάντως υπήρξε κατ΄ ουσίαν πολιτικός, ανεξάρτητα από τη χρήση επιστημονικών ή ψευδοεπιστημονικών επιχειρημάτων. Η πολεμική περί την Ιστορία, καθώς και ειδικότερα περί τη σχολική Ιστορία, αποτελεί διεθνές φαινόμενο και όχι μια ακόμη ελληνική «ιδιαιτερότητα».