Είσοδος μέλουςΕίσοδος μέλους Εγγραφή Νέου Μέλους

ΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ - Τεύχος 07/12/2007
Αρθρογράφοι: ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Υποψήφιος Διδάκτωρ, Πάντειο Πανεπιστήμιο
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Καταναλώνοντας για έναν δικαιότερο κόσμο
Το Δίκαιο Εμπόριοκαι ο Ηθικός Καταναλωτισμός
Φωτογραφία
Κωνσταντίνος Ιωαννίδης
Υποψήφιος Διδάκτωρ, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Πέρα από τον περιορισμό της φτώχειας, το δίκαιο εμπόριο στοχεύει και στη βιώσιμη ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών
Μπορεί στ΄ αλήθεια να αλλάξει κανείς τον κόσμο ψωνίζοντας; Σε άλλες εποχές αυτή η φράση θα ακουγόταν τουλάχιστον αφελής. Στις σημερινές Δυτικές κοινωνίες όμως, όπου κυριαρχεί το δόγμα «καταναλώνω, άρα υπάρχω», ίσως τελικά πρέπει να αναζητηθούν καινούργιοι τρόποι πολιτικής δραστηριοποίησης. Οι εκφάνσεις του καταναλωτισμού εκφράζουν σε έναν βαθμό τη σύγχρονη κουλτούρα μας, συνεπώς οι όποιες αντιδράσεις των πολιτών για τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα μπορούν να διοχετευθούν και μέσω των αγοραστικών επιλογών τους. Αλλωστε, η πρακτική των μποϊκοτάζ υπήρξε αρκετά διαδεδομένη σε πλήθος Δυτικών αγορών, αποτελώντας τη διέξοδο της αγανάκτησης και της δυσφορίας των καταναλωτών. Παράλληλα όμως αρχίζει να αναπτύσσεται και ένα κίνημα ηθικού καταναλωτισμού, που, αντί να καταδικάζει και να απορρίπτει προϊόντα, φροντίζει να αγοράζει εκείνα που θεωρούνται πιο ηθικά ή που, ακόμη καλύτερα, συμβάλλουν στην παγκόσμια κοινωνική ευμάρεια (buycotting).
Ο καταναλωτισμός αποτελεί μια παρεξηγημένη έννοια και θεωρείται από πολλούς μια κατ΄ εξοχήν παθητική λειτουργία. Ομως οι καταναλωτές δεν είναι αναγκαστικά «παθητικά ενεργούμενα»· μπορούν και να διαμορφώσουν καταστάσεις. Οι επονομαζόμενοι «οικονομικοί ψηφοφόροι» έχουν τη δική τους ξεχωριστή δύναμη στην «αγοραστική δημοκρατία». Επιλέγουν προϊόντα και μάρκες και με αυτό τον τρόπο επιβραβεύουν ή καταψηφίζουν πρακτικές παραγωγής και διακίνησης. Κι αν ως σήμερα θεωρούσαμε ότι μπροστά στα ράφια του σουπερμάρκετ κρίνουμε μόνο τον συσχετισμό τιμής και ποιότητας, μάλλον θα πρέπει να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας. Ενα προϊόν δεν μπορεί να αποκοπεί από την ηθική διάσταση της παραγωγικής του διαδικασίας. Γι΄ αυτό τον λόγο, εκτός από την τιμή, την ποιότητα και τα άλλα χαρακτηριστικά του, οι καταναλωτές καλούνται να εξετάσουν ποιος το παρήγαγε, ποιος θα αποκομίσει τα οφέλη και αν τελικά υπάρχει κόστος για το περιβάλλον ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτά είναι μερικά μόνο από τα ερωτήματα που θέτουν όλο και πιο συχνά οι σύγχρονοι, υποψιασμένοι καταναλωτές και οι εταιρείες αντιλαμβάνονται ότι πλέον χρειάζεται να δώσουν πειστικές απαντήσεις.
▅ «ΕΜΠΟΡΙΟ, ΟΧΙ ΒΟΗΘΕΙΑ»
Η οικονομική εκμετάλλευση των αγροτών και των εργαζομένων στις υπό ανάπτυξη χώρες δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Σύμφωνα με μια παλαιότερη Εκθεση Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UΝDR), το 20%
του πληθυσμού του πλανήτη καταναλώνει το 86% των συνολικών παγκόσμιων πόρων, ενώ το φτωχότερο 20% καταναλώνει μόλις το 1,3%. Ο James Gustave Speth, πρώην υπεύθυνος του Προγράμματος Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, είχε δηλώσει αρκετά παραστατικά ότι «δεν είναι όλοι καλεσμένοι σε αυτό το παγκόσμιο καταναλωτικό πάρτι». Οι αναλογίες είναι συντριπτικές, ειδικά αν σκεφτούμε το τεράστιο ποσοστό αγαθών που παράγεται στις χώρες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας. Οι εργαζόμενοι στο νότιο ημισφαίριο βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα άδικο εμπορικό σύστημα, που τους υποχρεώνει να παράγουν χωρίς ουσιαστική ανταμοιβή έτσι ώστε να μπορούμε να καταναλώνουμε όλοι οι υπόλοιποι.
Το «Εναλλακτικό Εμπόριο» («Αlternative Τrade»), όπως ακόμη ονομαζόταν το Δίκαιο Εμπόριο στις πρώτες δεκαετίες ανάπτυξής του, ήρθε να απαντήσει σε αυτή την άδικη κατανομή του παγκόσμιου πλούτου μεταξύ Βορρά και Νότου. Το κίνημα αυτό επιχείρησε να τονίσει την εκμετάλλευση των χωρών του Τρίτου Κόσμου από τον ανεπτυγμένο Βορρά που τις καταδίκαζε σε παρατεταμένη ένδεια και υπανάπτυξη. Παράλληλα, το 1968 αναφέρεται για πρώτη φορά η φράση που μετέπειτα θα αποτελέσει ένα από τα πιο δημοφιλή συνθήματα των υποστηρικτών του δίκαιου εμπορίου. Η φράση « Εμπόριο, όχι βοήθεια » (« Τrade,not Αid» ) πρωτοακούστηκε στο δεύτερο συνέδριο των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UΝCΤΑD) που πραγματοποιήθηκε στο Δελχί το 1968. Αυτό το μήνυμα εξακολουθεί ως και σήμερα να αποτελεί το αίτημα των κρατών του Τρίτου Κόσμου. Οπως δήλωσε ο Υoweri Μuseveni, πρόεδρος της Ουγκάντα, στον αμερικανό πρόεδρο George Βush στη συνάντησή τους το 2003, η χώρα του «δεν έχει ανάγκη από βοήθεια· αυτό που πραγματικά χρειάζεται είναι εμπόριο». Εννοώντας πως η οικονομική βοήθεια με τη μορφή χάρης, όσο σημαντική
και αν είναι, δεν μπορεί να ανασχηματίσει σε βάθος την κοινωνία τους.
▅ ΠΡΟΪΟΝΤΑ «ΦΙΛΙΚΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ»
Μετά τη δεκαετία του ΄80 και τα «φιλικά προς το περιβάλλον» προϊόντα που έρχονταν να απαντήσουν στους κινδύνους που έθετε η οικολογική ρύπανση, μπορούμε πλέον να μιλάμε και γι΄ αυτά που είναι «φιλικά προς τους ανθρώπους». Πρόκειται για προϊόντα που διακινούνται μέσω οργανισμών δίκαιου εμπορίου και επιχειρούν να δώσουν απάντηση στην οικονομική εξαθλίωση που βιώνουν εκατομμύρια άνθρωποι των χωρών του Τρίτου Κόσμου. Ο σκοπός των προϊόντων του δίκαιου και αλληλέγγυου εμπορίου είναι να θέσουν κάποιες ελάχιστες εγγυήσεις για τους μικροκαλλιεργητές και τις οικογένειές τους. Σε αντίθεση με τους κανόνες του συμβατικού καπιταλιστικού μοντέλου της προσφοράς και ζήτησης εξασφαλίζεται μια ελάχιστη και δεδομένη υψηλή ανταμοιβή για τους παραγωγούς. Με αυτό τον τρόπο καλύπτεται πλήρως το κόστος παραγωγής, αφήνοντας ταυτόχρονα και ικανοποιητικά έσοδα στους μικροκαλλιεργητές ώστε να ορθοποδήσουν οικονομικά και να κάνουν πιο μακροχρόνιους σχεδιασμούς. Πέρα όμως από τον περιορισμό της φτώχειας, το δίκαιο εμπόριο στοχεύει και στη βιώσιμη ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών, προστατεύοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα και το περιβάλλον, εξασφαλίζοντας ίσες ευκαιρίες μεταξύ των δύο φύλων και προσφέροντας υγιείς και ασφαλείς συνθήκες εργασίας.
Τα προϊόντα δίκαιου εμπορίου περιλαμβάνουν κυρίως αγροτικά αγαθά (όπως καφέ, κακάο, φρούτα), αλλά μπορεί κανείς να βρει από σοκολάτες και κρασιά ως ρούχα και χειροτεχνίες. Στο εξωτερικό μεγάλες αλυσίδες σουπερμάρκετ διαθέτουν
αυτά τα προϊόντα, ενώ ακόμη και πολυεθνικές εταιρείες έχουν αρχίσει να συνεργάζονται με οργανισμούς δίκαιου εμπορίου. Η ανταπόκριση του κόσμου σε αυτές τις προσπάθειες φαίνεται να είναι ενθαρρυντική. Οι πωλήσεις αυξάνονται με ραγδαίο ρυθμό σε πολλές δυτικές αγορές, προμηνύοντας πιθανόν τον δρόμο που θα ακολουθήσει κάποια στιγμή και η χώρα μας. Οι καταναλωτές παγκοσμίως ξόδεψαν το 2006, σύμφωνα με την Fair Τrade Labelling Οrganization Ιnternational (FLΟ), 1,6 δισ. ευρώ σε πιστοποιημένα προϊόντα δίκαιου εμπορίου. Πρόκειται για μια αύξηση 41% συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά, που είχε ως αποτέλεσμα να ευνοηθούν περίπου 1,4 εκατ. μικροί παραγωγοί και εργάτες σε όλες τις υπανάπτυκτες χώρες. Η διαγραφή των χρεών του Τρίτου Κόσμου αποτελεί μια πάγια και σταθερή διεκδίκηση των παγκόσμιων κινημάτων τα τελευταία χρόνια. Οταν όμως επέλθει η σεισάχθεια των φτωχότερων κρατών, είναι απαραίτητο να στηριχθεί σε ένα δικαιότερο εμπορικό σύστημα. Να οικοδομηθούν ειλικρινείς σχέσεις μεταξύ του ανεπτυγμένου και του Τρίτου Κόσμου, έτσι ώστε μετά την εξάλειψη των οφειλών να επιτευχθεί η αναβάθμιση των τοπικών αγροτικών κοινωνιών. Για τους θιασώτες ριζοσπαστικών μορφών διεκδίκησης δεν υπάρχει άλλη επιλογή από τον αγώνα που δίνεται στους δρόμους, για μια μερίδα όμως ευαισθητοποιημένων πολιτών ο κοινωνικός αγώνας περνάει και από τους διαδρόμους των σουπερμάρκετ.
Το δίκαιο εμπόριο σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ένα μαγικό ραβδί που θα καταργήσει την παγκόσμια αδικία, ούτε θα ήταν χρήσιμο να λειτουργήσει ως υποκατάστατο για άλλες μορφές πολιτικής δράσης που μπορούν να έχουν πιο άμεσα και ισχυρά αποτελέσματα. Σίγουρα όμως αποτελεί ένα βήμα, αφενός για την κατανόηση των κοινωνικών ανισοτήτων και αφετέρου για τη σταδιακή επίλυσή τους. Αλλωστε, όπως δήλωσε πέρυσι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ο Ρeter Μandelson, επίτροπος για θέματα εμπορίου στην Ευρωπαϊκή Ενωση, «το κίνημα του δίκαιου εμπορίου μας διδάσκει πως οι καταναλωτές δεν είναι καταδικασμένοι να κυνηγούν μόνο τις προσφορές προϊόντων(...) Μας υπενθυμίζει πως το εμπόριο έχει να κάνει με τους ανθρώπους, τις ζωές τους, τις οικογένειές τους και, μερικές φορές, με την ίδια τους την επιβίωση». *
Αφιέρωμα
ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ - Τεύχος 07/12/2007
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Χριστίνα Κουλούρη Καθηγήτρια της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Την τελευταία χρονιά η Ελλάδα γνώρισε μια πρωτοφανή έκρηξη της δημόσιας ενασχόλησης με την Ιστορία, με αφορμή ένα σχολικό εγχειρίδιο και με σημείο αιχμής τον τρόπο που διδάσκεται η Ιστορία στα παιδιά. Ο δημόσιος διάλογος διεξήχθη με πάθος, το οποίο κατέληξε και σε ακρότητες, και πάντως υπήρξε κατ΄ ουσίαν πολιτικός, ανεξάρτητα από τη χρήση επιστημονικών ή ψευδοεπιστημονικών επιχειρημάτων. Η πολεμική περί την Ιστορία, καθώς και ειδικότερα περί τη σχολική Ιστορία, αποτελεί διεθνές φαινόμενο και όχι μια ακόμη ελληνική «ιδιαιτερότητα».