Είσοδος μέλουςΕίσοδος μέλους Εγγραφή Νέου Μέλους

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ - Τεύχος 01/2/2008
Αρθρογράφοι: ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Διδάσκει Φιλοσοφία του Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών
Δικηγόρος, Εθνικός Εμπειρογνώμων στο Τμήμα Προστασίας Δεδομένων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Συνήγορος του Πολίτη, Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αιγαίου
Καθηγήτρια στο Τμήμα Πληροφορικής του ΤΕΙ Αθήνας
Συγγραφέας
Δημοσιογράφος, Διευθυντής του Περιοδικού «Status»
Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων (Βρυξέλλες)
Επιτ. Προέδρος του Αρείου Πάγου
Αναπλ. Καθηγήτρια στο Γενικό Τμήμα Δικαίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αναπλ. Μέλος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα
Τα όρια μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας, δημόσιου και ιδιωτικού
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Νίκος Φραγκάκης

Δικηγόρος

Φωτογραφία
getty images/ideal image
Η ιδιωτικότητα είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Το Σύνταγμα (άρθρο 9) αναγορεύει την κατοικία του καθενός σε άσυλο και ορίζει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου απαραβίαστη. Είναι αγαθό με σημασία τόσο μεγαλύτερη, όσο συνειδητοποιούμε την ύπαρξή του και αποκτούμε επίγνωση των απειλών εναντίον αυτού του ουσιώδους συστατικού της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας μας. Η ιδιωτικότητα φτάνει να θεωρείται πλέον «στοιχείο μιας νέας πλανητικής ιθαγένειας» (S. Rodot).
Η ιδιωτικότητα είναι σημείο ρήξης ανάμεσα στην ελευθερία και την ασφάλεια, λόγω της ανασφάλειας που καλλιεργείται με αφορμή την τρομοκρατία και την εγκληματικότητα, ωθώντας σε μέτρα που συρρικνώνουν τα
ατομικά δικαιώματα γενικά και την ιδιωτικότητα ειδικότερα. Ο άνθρωπος-υποκείμενο των δικαιωμάτων τείνει να μεταπέσει σε επιτηρούμενο αντικείμενο και ο διαφορετικός, ο άλλος, αναγορεύεται αιτία της διάχυτης ανασφάλειας και κύριος στόχος επιτήρησης.
Εχοντας στον νου ότι ο πρώτος σκοπός των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι να θέτουν περιορισμούς στη διακριτική εξουσία (συχνά: αυθαιρεσία) του κράτους και, εν προκειμένω, στις παραβιάσεις της ιδιωτικότητας, διαπιστώνει κανείς σήμερα την έκταση της συνεχώς αυξανόμενης παράλληλης ανομίας στον ιδιωτικό τομέα, όπου η προσωπικότητα του καθενός έχει καταστεί παραβιάσιμη από οποιονδήποτε θελήσει να αξιοποιήσει τα τεχνολογικά μέσα που προσφέρονται αφειδώς. Καθημερινά παρα
δείγματα, η χωρίς συναίνεση φωτογράφιση και βιντεοσκόπηση με κινητά τηλέφωνα, η δημοσιοποίηση πληροφοριών της ιδιωτικής ζωής των άλλων, η δικτυοπειρατεία.
Από την άλλη πλευρά, τα όρια ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό μετατοπίζονται - ή μάλλον καταργούνται- ως αποτέλεσμα νέων αντιλήψεων που και πάλι αφετηριάζονται στις τεχνολογικές εφαρμογές (π.χ. Διαδίκτυο, ψηφιακή εικόνα) και την επιθετική παρεμβατικότητα των (ηλεκτρονικών κυρίως) ΜΜΕ. Η δημόσια εκδήλωση των ιδιωτικών επιλογών (πολιτικών, θρησκευτικών, γενετήσιου προσανατολισμού) άλλοτε δημιουργεί φαινόμενα κρατικοποίησης της ιδιωτικής ζωής και άλλοτε οδηγεί σε φαλκίδευση της αξιοπρέπειας του ανθρώπου ή και στην αμφισβήτηση της ίδιας του της ταυτότητας. Με άλλα λόγια, το δίπολο «ιδιωτική δημοσιότητα ή δημόσια ιδιωτικότητα» επιβάλλει, σε πλανητικό πια επίπεδο, ένα
modus vivendi αδιανόητο πριν από μόλις λίγα χρόνια.
Το κράτος-φορέας εξουσίας στηριζόταν άλλοτε στην κυριαρχία, η οποία τότε του ανήκε αποκλειστικά, κάτι που δεν συμβαίνει πια. Βιώνουμε ένα νέο σύστημα- άτυπης σε μεγάλο βαθμό- κατανομής ισχύος, με την κρατική κυριαρχία να διεθνοποιείται ιδιωτικοποιούμενη, ενώ η πολιτική εκφυλίζεται. Σε αυτές τις συνθήκες η μετατόπιση των ορίων δημοσίου και ιδιωτικού εξελίσσεται σε κινούμενη άμμο. Καθώς βυθιζόμαστε σε αυτό που αποκαλείται κοινωνία της διακινδύνευσης- «μια σχιζοφρενική διαπλοκή ελευθερίας- δημοκρατίας- ασφάλειας» (Ι. Μανωλεδάκης)-, εντείνεται η παρουσία των μηχανισμών διαχείρισης κινδύνων, δηλαδή κρίσεων, που με τη σειρά τους ξεφεύγουν από τα κρατικά πλαίσια, για να περιέλθουν σε ένα διεθνές σύστημα στο οποίο τα κράτη τείνουν να μην είναι τα κύρια υποκείμενα, αφού η πρωτοκαθεδρία γλιστράει σε ιδιωτικού χαρακτήρα απολιτικές οντότητες, την ώρα που ο πολίτης μεταλλάσσεται σε άβουλο καταναλωτή.
Στο παρελθόν, μέχρι και το τρίτο τέταρτο του προηγούμενου αιώνα, ήταν πολύ πιο εύκολο να υπερασπίζεται κανείς την ιδιωτικότητά του, το περίφημο «δικαίωμα να σε αφήνουν μόνο». Τότε, «το σπίτι μου ήταν το κάστρο μου» και η ανάλογη νομική προστασία δεν αντιμετώπιζε τις τωρινές τεχνολογικές δυνατότητες παραβίασης του προσωπικού μας «χώρου», ακόμα και όταν αυτός συνέπιπτε με τον δημόσιο (δρόμοι, πλατείες, πάρκα, μουσεία). Ημασταν ελεύθεροι να μπαινοβγαίνουμε και να κυκλοφορούμε χωρίς επιτήρηση ή καταγραφή των κι
νήσεών μας. Σήμερα αυτός ο χώρος είναι άχωρος, αδιαχώρητος, στενόχωρος. Είναι και εικονικός, αφού αποτελείται όχι μόνον από τον φυσικό τόπο στον οποίο βρισκόμαστε αλλά και από προσωπικές πληροφορίες, ψηφιακές ή ψηφιοποιήσιμες, δεκτικές συλλογής, αρχειοθέτησης και, γενικά, επεξεργασίας σε πραγματικό χρόνο οπουδήποτε στη Γη. Χώρος απεριόριστος και συνάμα ασφυκτικός. Ασφυκτικός, γιατί κράτος και ιδιώτες τον απειλούν συνεχώς με παραβιάσεις όχι μόνον εξ ορισμού «εχθρικές» αλλά που συστηματικά εμφανίζονται ως δήθεν φίλιες, ταγμένες για την ασφάλειά μας. Για την ασφάλειά μας καλούμαστε, λοιπόν, να δεχτούμε ή τουλάχιστον να ανεχτούμε τη συμπίεση της ιδιωτικότητάς μας, δηλαδή τη συρρίκνωση της ελευθερίας μας από το ίδιο το κράτος που έχει τη συνταγματική υποχρέωση να μας εξασφαλίζει αυτή την ελευθερία αλώβητη. Είναι, όμως, θεμιτή μια τέτοια διεύρυνση της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος, ώστε να δικαιολογείται η σχεδόν απεριόριστη διακριτική ευχέρεια των κρατικών οργάνων, στο όνομα του «υπερδικαιώματος» στην ασφάλεια; Στην ελληνική, τουλάχιστον, έννομη τάξη η ασφάλεια δεν συνιστά αυτοτελές προστατευόμενο αγαθό αλλά μια κατάσταση που πρέπει να διαμορφώνεται από την κατοχύρωση και προστασία του συνόλου των αγαθών. Δεν τίθεται επομένως ζήτημα παραίτησης από την ελευθερία ή απενεργοποίησής της υπέρ της ασφάλειας. Η ασφάλεια είναι νοητή- και θεμιτή- πάντα στο πλαίσιο της ελευθερίας και με παράλληλη άκαμπτη προστασία της τελευταίας.
Μια πρωτιά και,πάλι,οι κάμερες
Φωτογραφία
Πρόσφατα η χώρα μας κέρδισε μια πρωτιά που δεν πήρε τη δημοσιότητα που της αξίζει: στη «Διεθνή Κατάταξη Ιδιωτικότητας για το 2007» (καταρτίζεται κάθε χρόνο από το αμερικανικό Εlectronic Ρrivacy Ιnformation Center και το αγγλικό Ρrivacy Ιnternational, βλ. http://www.privacyinternational.org. και «Ελευθεροτυπία» στις 2.1.2008) η Ελλάδα είναι πρώτη στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων ανάμεσα στις 27 χώρες της ΕΕ και σε άλλες 20 χώρες (σύνολο 47, αν και το «Τime» στο δικό του δημοσίευμα στις 14.1.2008 ανεβάζει τον αριθμό σε 70). Η εθνική αυτή επιτυχία οφείλεται κατ΄ αρχάς στον συνταγματικό νομοθέτη που, με την αναθεώρηση του 2001, θέσπισε επαρκή προστασία των προσωπικών δεδομένων και την ανέθεσε σε μιαν ανεξάρτητη Αρχή. Είναι όμως δίκαιο να πιστωθεί κυρίως στον βασικό εφαρμοστή των διατάξεων: την Αρχή Προστασίας. Φαίνεται,
όμως, ότι εκείνοι που έχουν εξοικειωθεί με τις αρνητικές ελληνικές επιδόσεις (τις τόσο πολλές...) δυσφορούν με τα θετικά επιτεύγματα, ιδίως αν αυτά διαταράσσουν τη δική τους αντίληψη για το τι εστί εξουσία.
Η υπόθεση των συσκευών οπτικοακουστικής παρακολούθησης και καταγραφής στους δρόμους (οι γνωστές κάμερες) είναι γνωστή και αφορά όλους όσοι κυκλοφορούν στην Αθήνα. Επανήλθε πρόσφατα στα πρωτοσέλιδα με αφορμή την παραίτηση του προέδρου της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, του αναπληρωτή προέδρου και πέντε μελών της (ανάμεσά τους και ο γράφων). Αιτίες της παραίτησης ήταν: Αφενός, η προσπάθεια της Ελληνικής Αστυνομίας να παρακάμψει τόσο την Αρχή που της είχε επιβάλει περιορισμούς στη χρήση των καμερών και πρόστιμα για την παραβίαση των σχετικών όρων, όσο και το Συμβούλιο της Επικρατείας ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αίτηση του υπουργού για την ακύρωση των προηγούμενων αποφάσεων της Αρχής. Αφετέρου, η καθ΄ υπέρβασιν εξουσίας ανάμειξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε ζητήματα που το Σύνταγμα έχει αναθέσει αποκλειστικά στην Αρχή Προστασίας υπό τον έλεγχο νομιμότητας του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο, εν προκειμένω, είχε ήδη επιληφθεί, απορρίπτοντας μάλιστα και αίτηση αναστολής του υπουργού.
Το κύριο επιχείρημα της αίτησης ακύρωσης του τελευταίου είναι η υπεροχή της δημόσιας τάξης και της εθνικής ασφάλειας έναντι της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, δηλαδή ότι η ασφάλεια υπερέχει της ιδιωτικότητας, επομένως της ελευθερίας, οποιουδήποτε. Στην εισήγησή της προς την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας η σύμβουλος Ειρήνη Σαρπ, αφού επισημάνει ότι από την εμβέλεια της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και την αρμοδιότητα της Αρχής δεν εξαιρείται η επεξεργασία που αφορά τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική άμυνα, την ασφάλεια του κράτους και τις δραστηριότητές του σε τομείς του ποινικού δικαίου, εκθέτει ότι « δεν υφίσταται εκ προοιμίου ιεραρχική σχέση μεταξύ δικαιωμάτων ή μεταξύ αυτών και άλλων συνταγματικών έννομων αγαθών, οι δε τυχόν συγκρούσεις μεταξύ τους δεν επιλύονται με την επιλογή του ενός ή του άλλου ως εκ των προτέρων υπέρτερου,αλλά με την κατά περίπτωση πρακτική εναρμόνισή τους,ώστε να επιτυγχάνονται συνθήκες παράλληλης ασκήσεώς τους με τους λιγότερους δυνατούς περιορισμούς».
Η υπόθεση των καμερών εντάσσεται στη γενικότερη δυσπιστία με την οποία μεγάλο
μέρος του ελληνικού πολιτικού συστήματος αντιμετωπίζει τις ανεξάρτητες Αρχές. Προανάκρουσμα των εξελίξεων του τελευταίου διμήνου ήταν τα όσα υποστήριξαν τον περασμένο Απρίλιο για τις Αρχές, σε επιστημονικό συμπόσιο του Μegaron Ρlus αφιερωμένο σε αυτές, η τότε πρόεδρος της Βουλής και ο υπουργός Εσωτερικών. Είχε, βέβαια, προηγηθεί τον Φεβρουάριο του 2006 η αποκάλυψη ότι η Κυβέρνηση αποσιώπησε επί 11 μήνες το σκάνδαλο των υποκλοπών από την αρμόδια Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ). Δύσκολα, πάντως, μπορούσε κανείς να προβλέψει ότι οδεύαμε σε ανατροπές τέτοιας σημασίας, όπως η με εισαγγελική παραγγελία μερική κατάργηση του τεκμηρίου αθωότητας μέσω της άρσης προστασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων ποινικών διώξεων ή καταδικών, με τον «χριστουγεννιάτικο» Ν. 3625/2007, για την υπερψήφιση του οποίου ο υπουργός Δικαιοσύνης επιφύλαξε κατά τη Γ.Σ. της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων την ενθουσιώδη δήλωση: «Βγάλαμε τη μάσκα από τους κάθε λογής εγκληματίες που κρύβονταν πίσω από τη δήθεν προστασία των προσωπικών δεδομένων». Μια εβδομαδιαία εφημερίδα με ροπή στη σκανδαλολογία επικρότησε, υπό τον τίτλο: «Επιτέλους! Αίρεται η προστασία των παιδεραστών».
Και τώρα τι κάνουμε;
Ο αναγνώστης αυτού του αφιερώματος θα αναρωτηθεί τι δέον γενέσθαι. Θέλει να είναι ελεύθερος αλλά και ασφαλής. Θέλει να ασκεί το δικαίωμα του πληροφορείσθαι τις ζωές των άλλων, ενώ η υποχρέωση του πληροφορείν να μην αγγίζει τον δικό του ιδιωτικό χώρο. Δεν του αρέσει να πληροφορείται εκ των υστέρων ότι οι διεθνείς τραπεζικές συναλλαγές του, που τις θεωρούσε απόρρητες, ελέγχονται από χρόνια από τη CΙΑ χωρίς ποτέ κανένας να τον έχει ενημερώσει γι΄ αυτό (υπόθεση Swift). Θέλει-δενθέλει, ζει, όπως όλοι μας, στην κοινωνία της διακινδύνευσης που είναι κοινωνία της στάθμισης και των ισορροπιών- ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη από το παρελθόν, απλώς πιο «εξελιγμένη». Απαιτεί όμως περισσότερο από άλλοτε πολίτες που γνωρίζουν να σταθμίζουν οι ίδιοι τα δικαιώματά τους, τόσο απέναντι στο κράτος, όσο και όταν αυτά τριτενεργούν στις σχέσεις μας με τους άλλους.
Την ώρα που η ιδιωτικότητά σου βάλλεται πανταχόθεν, δεν είναι εύκολο να πιστέψεις ότι μπορείς και πρέπει να αντιδράσεις και να κάνεις τη σκέψη πράξη. Είναι όμως η μόνη σου ελπίδα. *