Επιχειρήσεις και κοινωνία: Σύγκρουση ή συνεργασία;
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Μπέττυ Τσακαρέστου
Eπίκουρη Kαθηγήτρια στο Παντείο Πανεπιστημίο

corbis/apeiron
ΗΕταιρική Κοινωνική Ευθύνη μέσα σε μία δεκαετία αναδείχθηκε σημαντικό ζήτημα διαβούλευσης στη διεθνή πολιτική και επιχειρηματική σκηνή, διαμόρφωσε ένα νέο ακαδημαϊκό πεδίο έρευνας και μελέτης στα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου και αποτέλεσε την κύρια στρατηγική επιλογή για την ανάπτυξη της Ευρώπης τον 21ο αιώνα. Με αφετηρία τη Σύνοδο Κορυφής της Λισαβόνας το 2001, έλαβε τα χαρακτηριστικά ενός ορμητικού «κύματος»- «ευρωπαϊκό κίνημα» χαρακτηρίστηκε από αρκετούς σχολιαστές- καθώς συνδέθηκε με τους στόχους της αειφόρου ανάπτυξης και της βιώσιμης ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο ρευστό και απρόβλεπτο παγκόσμιο περιβάλλον. Μιας Ευρώπης που έθεσε ως όραμά της να ενισχύσει τις δημοκρατικές της αξίες και να στηρίξει την κοινωνική της ευημερία και σταθερότητα επενδύοντας σε ένα νέο μοντέλο επιχειρηματικής κουλτούρας το οποίο θα συνδέει τα οικονομικά με τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη.
Με έμφαση στην οικονομική, κοινωνική και θεσμική καινοτομία, στην ποιοτική απασχόληση, στην αλληλεγγύη, στη συνεργασία δημόσιων και ιδιωτικών θεσμών και στην κοινωνική συνοχή, επαναπροσδιορίζεται η στρατηγική της Λισαβόνας το 2006 ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερη πολιτική ορατότητα και δυναμική στις επιχειρηματικές και πολιτικές κοινότητες των ευρωπαϊκών χωρών.
Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές προς μια «κοινωνία της ευθύνης» σε μεγάλο βαθμό αποτελούν ένα κανονιστικό πλαίσιο αναφοράς και ενθάρρυνσης κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να αναζητήσουν από κοινού βιώσιμες λύσεις στα παγκόσμια προβλήματα του περιβάλλοντος, της φτώχειας ή της υγείας. Η πρόκληση, παρά την περιρρέουσα ρητορική, παραμένει: θα αναγνωρίσουμε όλοι, πολίτες, κράτη, επιχειρήσεις, μη κυβερνητικές οργανώσεις και διεθνείς οργανισμοί, ότι ζώντας σε έναν αλληλένδετο κόσμο μοιραζόμαστε κοινές προοπτικές ευημερίας και κινδύνους;
Η σχέση των επιχειρήσεων με την κοινω νία διαμορφώθηκε ως μια διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην υπεράσπιση των δημόσιων αγαθώ ν και στην άπληστη επιδίωξη ιδιωτικών κερδών
Θέλουμε και μπορούν να γίνουν οι εταιρείες «πολίτες του κόσμου», συμμετέχοντας με υπευθυνότητα και διαφάνεια στην παγκόσμια διακυβέρνηση;
Ο προβληματισμός για τον ρόλο των επιχειρήσεων στην κοινωνία ήταν σε διαρκή εξέλιξη και αναδιαπραγμάτευση σε όλη τη διαδρομή του 20ού αιώνα και συνεχίζεται, σε νέο πλαίσιο, στις μέρες μας.
Στις αρχές του 1950 ο Βowen- κατά πολλούς ο «πατέρας» της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης στη σύγχρονη εποχήδιερωτάται: «Σε ποιον βαθμό τα επιχειρηματικά συμφέροντα συγκλίνουν μακροπρόθεσμα με τα συμφέροντα της κοινωνίας;». Κατά τον Βowen «Η υπευθυνότητα αναφέρεται στην υποχρέωση των επιχειρηματιών να επιδιώκουν εκείνες τις πολιτικές, να λαμβάνουν εκείνες τις αποφάσεις ή να ακολουθούν εκείνες τις γραμμές δράσης που είναι αποδεκτές σύμφωνα με τους στόχους και τις αξίες της κοινωνίας μας». Αντιλαμβανόταν την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη ως μια εθελοντική δέσμευση που συμπληρώνει τους ελέγχους της νομοθεσίας, του ανταγωνισμού και του εθιμικού δικαίου.
Στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 ο αέρας του νεοφιλελευθερισμού φυσάει και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Τέλος εποχής για το άλλοτε ισχυρό κράτος πρόνοιας και τις παρεμβάσεις του στην αγορά, σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης των οικονομικών και κοινωνικών κερδών και κινδύνων. Οι πρωταγωνιστές της ανατέλλουσας οικονομικής τάξης είναι οι επιχειρήσεις και τα άτομα, που απελευθερώνονται πλέον από κρατικούς και γεωγραφικούς περιορισμούς. Οριό τους είναι η δύναμη των ιδεών τους, το ρηξικέλευθο πνεύμα και η επιχειρηματικότητά τους. Η επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος συνδέεται με τη μεγιστοποίηση του κοινού οφέλους. Τα εθνικά κράτη χάνουν ορισμένα από τα κυριαρχικά τους δικαιώματα έναντι υπερεθνικώνδιακρατικών θεσμών, κυρίως στην άσκηση οικονομικής πολιτικής. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η ΕΕ, παράλληλα με τα ισχυρά λόμπι των πολυεθνικών εταιρειών, διαμορφώνουν τις διεθνείς οικονομικές παραμέτρους και τη ροή του χρήματος. Οι κυβερνήσεις γίνονται σε μεγάλο βαθμό διαχειριστές υλοποίησης οικονομικών πολιτικών που έχουν ληφθεί- έστω και με τη συμμετοχή τους- εκτός εθνικών συνόρων. Ο δημόσιος χώρος επαναπροσδιορίζεται, κυρίως, ως μια ανοιχτή αγορά που οφείλει να παραμένει ελκυστική για την επιχειρηματική δράση. Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων,
η αποτροπή μετεγκατάστασης πολυεθνικών επιχειρήσεων σε χώρες με φθηνότερο εργατικό κόστος και φιλικότερες νομοθετικές και φορολογικές ρυθμίσεις ασκούν ισχυρή πίεση στο εσωτερικό των κυβερνήσεων, που προσπαθούν να επιτύχουν επιθυμητούς στόχους ανάπτυξης και περιορισμού της ανεργίας.
Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις συγκαταλέγονται στους μεγάλους κερδισμένους της θεαματικής οικονομικής ανάπτυξης που συνόδευσε την απορρύθμιση και την απελευθέρωση των αγορών. Η σημαντική επιρροή τους στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών, αλλά και οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες μιας επιχειρηματικής δράσης που δεν υπέκειτο πλέον στους παραδοσιακούς νομοθετικούς και κρατικούς ελέγχους, έδωσαν την ώθηση για μια θυελλώδη αντιπαράθεση και έθεσαν εκ νέου το ζήτημα του δημόσιου ελέγχου των παγκόσμιων εταιρειών. Οι επιχειρήσεις και τα ηγετικά στελέχη τους θεοποιήθηκαν αλλά και δαιμονοποιήθηκαν. Ηλθαν αντιμέτωπες με την καχυποψία των πολιτών, αναμετρήθηκαν με κοινωνικά κινήματα και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Αναδείχθηκαν σύμβολο των δεινών της παγκοσμιοποίησης αλλά και κοινωνικοί οργανισμοί που προάγουν τη δημιουργικότητα και την καινοτομία παράγοντας σημαντική οικονομική και κοινωνική αξία. Η σχέση των επιχειρήσεων με την κοινωνία διαμορφώθηκε ως μια διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών και στην άπληστη επιδίωξη ιδιωτικών κερδών.
Τα σκάνδαλα που απασχόλησαν τη διεθνή κοινή γνώμη- από την Εnron ως τη Χerox και την Ρarmalat, ή στις μέρες μας οι υποθέσεις της Siemens και της Soci t G n rale- θέτουν σημαντικά ερωτήματα για την αξιοπιστία των εσωτερικών συστημάτων ελέγχου, για την ηθική υπόσταση των εταιρικών ηγεσιών αλλά και για τις εργασιακές πρακτικές. Αρκετοί αναρωτιούνται αν μπορούμε να μιλάμε για υπεύθυνη επιχειρηματικότητα μέσα σε μια τόσο δυσοίωνη συγκυρία.
Οι επιχειρήσεις διαπιστώνουν ότι βρίσκονται αντιμέτωπες με μια κρίση κοινωνικής νομιμοποίησης. Η κοινωνική αποδοχή τους δεν συναρτάται μόνο με τις καλές οικονομικές επιδόσεις, την τήρηση του νόμου και το σποραδικό φιλανθρωπικό ή χορηγικό τους έργο.
Ο διάχυτος κυνισμός των πολιτών, όπως πιστοποιούν διεθνείς και ελληνικές έρευνες, ωθεί τις επιχειρήσεις στην αναζήτηση ενός νέου επιχειρηματικού μοντέλου. Προτεραιότητά
τους γίνεται η διεύρυνση της αποστολής τους ώστε να ενσωματώνει τις αξίες της υπευθυνότητας και της δημόσιας λογοδοσίας, η ηθική εγρήγορση της ηγεσίας, η ανάπτυξη της «κοινωνικής οξυδέρκειας» των διοικήσεων και των στελεχών, που θα τους επιτρέπει να αναγνωρίζουν εγκαίρως και να ανταποκρίνονται στις αυξημένες κοινωνικές προσδοκίες. Αναζητούν διαδικασίες και ελέγχους που θα διασφαλίσουν και θα πιστοποιήσουν μιαν υπεύθυνη εταιρική διακυβέρνηση, η οποία θα αφορά το σύνολο των εσωτερικών λειτουργιών και αποφάσεων. Σταδιακά το παιχνίδι του ανταγωνισμού αλλάζει. Νέο λεξιλόγιο, νέοι κανόνες, νέες πολιτικές και πρακτικές κοινωνικής και περιβαλλοντικής ευθύνης δίνουν το στίγμα της εποχής. Οι έννοιες και οι στρατηγικές του διαλόγου, της συνεργασίας, των συμμαχιών και της υπευθυνότητας κυριαρχούν στο επιχειρηματικό και στο πολιτικό πεδίο. Τα διακυβεύματα είναι παγκόσμια και αναζητούνται βιώσιμες και ρηξικέλευθες λύσεις.
Επιχειρώντας έναν πρώτο απολογισμό των κύριων διλημμάτων και των θεσμικών προσαρμογών προς την κατεύθυνση της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης θα εστιάζαμε στα ακόλουθα τρία σημεία:
1. Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη μπορεί να γίνει αντιληπτή ως πολυμερές πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πείραμα με διεθνή εμβέλεια, για να διαμορφωθεί το Νew Deal του 21ου αιώνα. Η αξιοπιστία του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των συμμετεχόντων- επιχειρήσεων, κρατών, ΜΚΟ και διεθνών οργανισμών αλλά και των ίδιων των πολιτώννα παρέμβουν στη δημόσια ζωή και να λειτουργήσουν ως καταλύτες ευρύτερων αλλαγών στην κοινωνία και στην οικονομία. Επιφυλακτικές ή και αντίθετες φωνές, προερχόμενες από τον επιχειρηματικό, τον πολιτικό και τον ακαδημαϊκό κόσμο, υποστηρίζουν ότι παρά τη θετική συμβολή των κοινωνικών-ιδιωτικών συμπράξεων στον δημόσιο διάλογο και την ανάδειξη «καλών και καινοτόμων μοντέλων» υπεύθυνης δράσης, η δυνατότητά σημαντικών κοινωνικών αλλαγών είναι περιορισμένη.
Ακόμη πιο έντονη επιφύλαξη εκφράζεται για τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει το θόλωμα των ορίων μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας. Ενας από τους κύριους εισηγητές αυτής της θέσης, ο καθηγητής Δημόσιας Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ Robert Reich, υποστηρίζει ότι οι σφαίρες της πολιτικής και της επιχειρηματικότητας πρέπει να μείνουν διακριτές αν θέλουμε να έχουμε έναν
δυναμικό καπιταλισμό και μια σφύζουσα δημοκρατία. Με βάση αυτό το σκεπτικό, οι επιχειρήσεις ως νομικά μορφώματα δεν «δικαιούνται» να φέρουν την ιδιότητα του εταιρικού «πολίτη» (corporate citizen) ούτε θα πρέπει να μετέχουν στη διαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών.
2. Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη έχει ως βάση της την εθελοντική δέσμευση και αυτορρύθμιση των επιχειρήσεων. Ωστόσο, παράλληλα με τον εταιρικό εθελοντισμό, είναι αναγκαία η ανανέωση του νομοθετικού πλαισίου και η υιοθέτηση ήπιων ρυθμίσεων για την περαιτέρω ενίσχυση και διάχυση της κουλτούρας και των πρακτικών κοινωνικής ευθύνης σε όλη την κοινωνία. Η αναζήτηση λύσεων στα επιτακτικά παγκόσμια προβλήματα απαιτεί να καινοτομήσουμε και να σχεδιάσουμε νέους θεσμούς που θα προάγουν τα θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Να προχωρήσουμε πέρα από το δίλημμα που μας ζητεί να επιλέξουμε μεταξύ της αυτορρύθμισης και της θέσπισης νέων νόμων που θα «επιβάλουν» την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη. Χρειαζόμαστε ένα ευρύ πλαίσιο ρυθμίσεων που θα λειτουργούν συμπληρωματικά. Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη ως ισχυρό «κίνημα» έχει δώσει το έναυσμα για τη δημιουργία νέων θεσμών και ρυθμιστικών πρωτοβουλιών, αποτέλεσμα της διαβούλευσης και της σύμπραξης όλων των τομέων της κοινωνίας και της οικονομίας: το Παγκόσμιο Οικουμενικό Σύμφωνο, τα επιχειρηματικά δίκτυα για την ΕΚΕ, νέοι χρηματιστηριακοί δείκτες υπεύθυνης επιχειρηματικότητας (FΤSΕ 4Good, Dow Jones Sustainability Ιndex) ή οργανισμοί που προάγουν τη δημόσια λογοδοσία των επιχειρήσεων (Global Reporting Ιnitiative) είναι μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Και όπως σημειώνει ο «Εconomist», «οι επιχειρήσεις θα τα καταφέρουν με τη βοήθεια των κυβερνήσεων. Η αλλαγή είναι ένα συλλογικό διακύβευμα και μπορούμε να το επιτύχουμε μόνο εργαζόμενοι συλλογικά».
3. Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, όπως σημειώνουν συγγραφείς του αφιερώματός μας, δεν είναι πανάκεια ούτε μονόδρομος. Προϋποθέτει μια κοινωνία σταθερά προσανατολισμένη στις αξίες της ευθύνης, της συνεργασίας, του αναστοχασμού, μια κοινωνία ανοιχτή στον διάλογο και στη δημιουργικότητα.
Προϋποθέτει επίσης ότι θα διαμορφώσουμε μια συνολική εμπειρία καθημερινής ζωής και θα επιλέγουμε προϊόντα, υπηρεσίες, οικιστικό περιβάλλον που εμπνέονται από οικολογικές αξίες. Οι θιασώτες
του πράσινου καταναλωτικού lifestyle, οι συγκλίνοντες κόσμοι των Μέσων, της διαφήμισης, του design, της μόδας, της αρχιτεκτονικής και των τεχνών υιοθετούν το «πράσινο» branding, πειραματίζονται και καινοτομούν. Μεταμορφώνουμε σταδιακά μαζί τους την καθημερινότητά μας, ζώντας και εμπνεόμενοι από τις αξίες και τις συναρπαστικές προτάσεις της οικο-δημιουργικότητας.
Η τρέχουσα αντίληψη «θέλει» όμως να πληρώνουμε ακριβά τις οικολογικές μας επιλογές. Επιχειρήσεις, κράτη και καταναλωτές θα πρέπει, όπως εμφατικά υποστηρίζεται, να μοιραστούμε το μεγαλύτερο κόστος που συνεπάγεται η παραγωγή οικολογικών προϊόντων, «καθαρών αυτοκινήτων», ή η στροφή προς σπίτια και γραφεία με οικολογικό design. Να μοιραστούμε δηλαδή το ρίσκο της μετάβασης σε μια αειφόρο κοινωνία και οικονομία. Τίθεται όμως το ερώτημα: Καθιστώντας την οικολογική επιλογή οικονομικά «ασύμφορη», σε σύγκριση με πληθώρα καταναλωτικών προτάσεων της αγοράς που δεν έχουν αυτές τις προδιαγραφές, δεν διατρέχουμε άραγε τον κίνδυνο να σηματοδοτήσουμε το «πράσινο» lifestyle ως το νέo, πολυτελές, σύμβολο κοινωνικής και ατομικής διάκρισης; Μια επιλογή για λίγους και όχι μια προσιτή επιλογή για τους πολλούς;
Η οικολογική αφύπνιση των καταναλωτών και η αποδοχή της ατομικής τους ευθύνης ως πολιτών έχουν αυξήσει το ενδιαφέρον τους να μετρήσουν και να μετριάσουν το «οικολογικό τους αποτύπωμα» ή να απορρίψουν προϊόντα που τα κατασκευάζουν ανήλικα παιδιά των φτωχών χωρών. Είναι διατεθειμένοι να προσπαθήσουν να αλλάξουν την ατομική συμπεριφορά στην καθημερινή τους ζωή, να επιλέξουν τα νέα τεχνολογικά εξελιγμένα προϊόντα «με κοινωνική και περιβαλλοντική συνείδηση». Αρκεί βέβαια να έχουν πραγματικές επιλογές: προϊόντα και προτάσεις αστικής ζωής που θα είναι ελκυστικά, ποικίλα και ορατά όπου και αν στρέψουν το βλέμμα τους. Ο ρυπαίνων, ναι, να πληρώνει ακριβά, όχι αυτός που επιλέγει να ζει, να παράγει και να καταναλώνει υπεύθυνα.
Στη χώρα μας η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη έχει ήδη διανύσει μια σημαντική διαδρομή τα τελευταία επτά χρόνια, κυρίως σε επίπεδο αφύπνισης και παρουσίασης των πρώτων καλών παραδειγμάτων και πρακτικών προς μίμηση. Μένει να δούμε αν θα έχει τη δυναμική να προωθήσει αλλαγές αξιών, αντιλήψεων και πρακτικών στην ελληνική επιχειρηματική σκηνή αλλά και στην κοινωνία. *