ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Μαζί και χώρια
Εκτός από τον εαυτό μας υπάρχει κι ένας άλλος εαυτός, πολύτιμος όσο και ο δικός μας
Δημήτρης Ποταμιάνος
Καθηγητής στο Πάντειο πανεπιστήμιο
Δίπλα στην υπέροχη μοναξιά μας υπάρχει χώρος άφθονος όσο και επίλεκτος για τις υπέροχες μοναξιές των άλλων
Τι ωραία που το είπε ο Κωνσταντίνος Βήτα σε μια πρόσφατη συνέντευξή του: «[Την] ψυχή μου δεν την ξέρει κανείς κι αυτό είναι το τοπίο από το οποίο αντλώ ελευθερία, ανωνυμία, δύναμη, αυτό είναι παντελώς δικό μου...». Ας είχε μόνο λίγο περισσότερη εμπιστοσύνη στο ότι αρκετά παρόμοια γλαφυρά τοπία ξεπροβάλλουν διαρκώς γύρω του. Με όσα είπε αμέσως μετά για τη «στενεμένη» ελευθερία στο Ιnternet μάς τα χάλασε λίγο. Εξηγούμαι γιατί.
Η πολύ παλιά συζήτηση για το μαζί και χώρια- υπόκλιση εδώ στην υπεροχή της λαϊκής σοφίας: μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε- συνεχίζεται και έχει αναδείξει τελευταίως νέα συναρπαστικά επιχειρήματα. Εκτίθενται στις ερευνητικές ανακοινώσεις κατά τη διαλογική συνάντηση της βρετανικής Royal Society τον περασμένο χρόνο (πρόσφατα συγκεντρωμένες και σε έναν πολύτιμο τόμο.) Η συνάντηση είχε κατά κάποιον τρόπο και επετειακό χαρακτήρα. Γιορτάζονταν τα τριάντα χρόνια από τη δημοσίευση του πρωτοπόρου άρθρου του ηθολόγου Νick Ηumphrey Η κοινωνική λειτουργία του νου. Οπου ούτε λίγο ούτε πολύ η υπερβολική ανάπτυξη του εγκεφάλου του ανθρώπου καθώς όμως και των στενών συγγενών του, μεταξύ των πρωτευόντων, αποδιδόταν στην εξελικτική μας πορεία ως αλληλένδετων ατόμων, μελών διαφόρων κατά καιρούς κοινοτήτων. Και στη διαρκή κινητοποίησή μας, μέσα σε αυτό το κοινοτικό πλαίσιο, προκειμένου να αναγνωρίζουμε τους φίλους και τους εχθρούς και να ενημερώνουμε τα αρχεία των σχέσεών μας. Να εξυπηρετούμε, εν τέλει, αλλά και να εξαπατάμε ο ένας τον άλλο. Κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι από τότε που ο Χάμφρεϊ εισηγήθηκε την καινοτόμο αυτή «θεωρία του νου» (ειδική προτεραιότητα στο ταλέντο μας να διαβάζουμε τη σκέψη του άλλου, που αναθέρμαινε βέβαια την παλιά μας πίστη στη «λαϊκή ψυχολογία»). Οι βιολογικές, νευροφυσιολογικές, ηθολογικές, ανθρωπολογικές κ.α. έρευνες εκλεπτύνθηκαν έκτοτε σαφώς, ενώ και τα πειράματα πολλαπλασιάστηκαν, ανοίγοντας νέους δρόμους για τη ρωμαλέα αρχική ιδέα. Η βασική αναφορά παρέμεινε παρ΄ όλα αυτά στη βαθιά διυποκειμενικότητά μαςως κύριου συντελεστή της εγκεφαλικής διάπλασης και της εν γένει διαγωγής μας.
Στη συνάντηση της Βασιλικής Εταιρείας αξιοσημείωτο είναι κατ΄ αρχάς ότι η ευγενής επιχειρηματολογία έτεινε σαφώς να πάρει
το πάνω χέρι- εκλέπτυνση διόλου δεν σημαίνει ντε και καλά κυνική δυσανεξία, πόσο μάλλον «νοσταλγία της λάσπης». Ανανεωνόταν έτσι η εμπιστοσύνη της ερευνητικής κοινότητας στους γνωστικούς/αντιληπτικούς μηχανισμούς που στηρίζουν τη θετική κοινωνική συμπεριφορά και την κοινωνική ανοχή, ιδιαίτερα δε τον συντονισμό των κινήσεων και τη συνεργασία. Ενώ θερμή εξάλλου υποστήριξη είχε και μια νέα υπόθεση εργασίας, σύμφωνα με την οποία η από κοινού εστίαση σε ορισμένα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μας καθώς και η μοιρασμένη εκτροπή των υπό παρατήρηση δεδομένων προς την κατεύθυνση της αμοιβαίας εξυπηρέτησης και συνεργασίας είναι ό,τι ακριβώς μας διακρίνει από τα άλλα κοινωνικά ζώα. Χαρμόσυνα όντως μαντάτα, διότι στο σκεπτικό της κοινωνικής ανάδειξης και εδραίωσης της ανθρώπινης νοημοσύνης είχε από την αρχή εισχωρήσει, με αυξητική μάλιστα τάση επιρροής, το «μακιαβελικό» υπόδειγμα με τη γνωστή έμφαση στις απόπειρες αλληλοεξαπάτησης σε συνθήκες ανελέητου ανταγωνισμού.
Και μια αναδρομή τώρα: αντί να προβάλλεται η «θεωρία του νου» στα ανθρώπινα συνεργατικά εγχειρήματα, ας δούμε καλύτερα προς τα πίσω πώς η νευρική κατασκευή των πρωτευόντων εν γένει μπορεί να προωθήσει και να κατοχυρώσει την κοινωνικότητα χωρίς τη διαμεσολάβηση των οδηγιών της «λαϊκής ψυχολογίας» ή των επιστημονικών προδιαγραφών για την αποκρυπτογράφηση των αλλότριων προθέσεων. Επί σκηνής οι νευρώνες-καθρέφτες, προορισμένοι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις εγκύρων αναλυτών, να αναλάβουν για την ψυχολογία τον ρόλο που διαδραμάτισε για τη βιολογία το DΝΑ. Πρόκειται για μιαν ειδική κατηγορία νευρωνικών δικτύων του προκινητικού φλοιού, εντοπισμένη περίπου προ δεκαετίας από ιταλούς ερευνητές στους πιθήκους και στους ανθρώπους. Μέσω των νευρώνων αυτών, στην οποιαδήποτε παρακίνησή μας για δράσηόταν απλώνουμε, ας πούμε, το χέρι να αδράξουμε
κάτι ή όταν ανοίγουμε το στόμα να τραφούμε (ομοίως ασφαλώς και στους στενούς συγγενείς μας, τους μακάκους πιθήκους)- μοιάζει να «καθρεφτίζονται» οι παρεμφερείς αντιδράσεις μας σε γεγονότα που συμβαίνουν σε άλλους γύρω μας. Δράση και παρατήρηση συνθέτουν έτσι ένα αχώριστο ταίρι. Σμίγουν στον καθρέφτη και είναι πλέον «φτυστές» η μία με την άλλη! Προχωρώντας μάλιστα ένα βήμα πιο πέρα ο Vittorio Galese και οι συνεργάτες του προτείνουν πως η τόσο άμεση και ταιριαστή αυτή συνύπαρξη μπορεί να οδηγήσει σε μιαν άμεση κατανόηση της σημασίας μιας εξωτερικής δράσης μέσω μιας ενσώματης προσομοίωσης (embodied simulation), χάρη στην οποία το εγκεφαλικό/σωματικό μας σύστημα λειτουργεί διαδραστικά με τον κόσμο γύρω του. Τα πειραματόζωα του Γκαλέζε μπόρεσαν πράγματι να αρκεστούν στο προσομοιωτικό είδωλο
της εξωτερικής πράξης- αυτό ακριβώς που σχηματιζόταν «μέσα» τους- και δεν είχαν πλέον ανάγκη τις εμφανείς εκδηλώσεις της στον περίγυρο προκειμένου να κατανοήσουν τη σημασία της. Ο δρόμος για την κοινωνικότητα, ακόμη και για τις πιο σύνθετες μορφές της όπως η γλωσσική επικοινωνία, με βάση όμως πλέον τα «προ-ψυχολογικά» αυτά δεδομένα, δείχνει έτσι να είναι πιο ανοιχτός παρά ποτέ.
Υστερα από όλα αυτά ο Χάμφρεϊ, το τιμώμενο πρόσωπο της λαμπρής σύναξης, θα έπρεπε μάλλον να τρίβει τα χέρια του, διπλά ικανοποιημένος από την απήχηση των ιδεών του αλλά και από τις προεκτάσεις που δόθηκαν στις έρευνές του. Το έκανε βέβαια, φύλαγε όμως και μερικές εκπλήξεις για τους συναδέλφους του. Την ομολογία στο ξεκίνημα ότι όλα αυτά κανονικά δεν θα έπρεπε να πιστωθούν στον ίδιο, αλλά στον πολύτροπο Νίτσε, που ανήγαγεστη Χαρούμενη γνώση - τη συνείδηση στην «αγελαία φύση του ανθρώπου», σκιαγραφώντας επίσης προδρομικά- στη Χαραυγή - την αποστολή των νευρώνων-καθρεφτών ως ενσώματων προσομοιωτών.
Σύμφωνοι, μόνο που τώρα ο θαρραλέος
Χάμφρεϊ θα χρειαστεί να αποποιηθεί τη βαρύτιμη αυτή κληρονομιά, διασκευάζοντας ταυτοχρόνως και τις πρότερες δικές του θέσεις. Ναι, μας ενώνει το ιδιότυπο αυτό- και ειδοποιό, εν τέλει- γνώρισμα που αποκαλούμε συνείδηση, αλλά μας χωρίζει κιόλας. Πώς, διάβολε, να αρνηθούμε τη μοναδική όσο όμως και μοναχική/διαζευκτική αίσθηση του εκπληκτικού αυτού φαινομένου, που το γνωρίζουμε εμείς μόνο αποκλειστικά ως άτομα, καθώς βρίσκεται στο αδιαπέραστο ακριβώς κέντρο της ύπαρξής μας; (Απόηχοι εδώ του Στίρνερ, ο οποίος όμως δεν μνημονεύεται.) Στα γλυπτά «δέντρα της ζωής»/Ujamaa των εβενουργών Μακόντε της Τανζανίας απεικονίζονται διαφορετικοί άνθρωποι να κάνουν χωριστά τις δουλειές τους- άλλος μαγειρεύει, άλλος σφυροκοπά το σίδερο, άλλη ράβει κι άλλη φροντίζει το μωρό της. Ενώνονται όμως τελικά σαν μια ψυχή στην υπερυψούμενη σκαλιστή στήλη. Δυσοίωνη η απάντηση στην ταϊτινή γλυπτική του Γκογκέν με τις ανθρώπινες φιγούρες που στοιχίζονται η μία πλάι στην άλλη. Τα σώματα ασφυκτικά κοντά, αλλά οι ψυχές αποκομμένες, χωρίς να αγγίζουν ποτέ η μία την άλλη. Μεγάλη ευχή αλλά και κατάρα η παντοτινή «παρθενικότητα της ψυχής» όπως την όρισε ο W.Β. Υeats. Ναι, αλλά, για σταθείτε, μπορούμε ίσως να κρατήσουμε την ευχή και να αντισταθούμε στην κατάρα! Αυτό επιτέλους δεν κάνουμε από πάντα με τις θρησκευτικές και λαϊκές τελετές μας, με τους ύμνους, τους χορούς και τα τραγούδια μας, που αν δεν μας κάνουν ένα, ξορκίζουν τουλάχιστον, περιστασιακά έστω, το χάσμα; Υπάρχει δε μια καλύτερη ακόμη συνταγή. Εξελικτικά βγάζει σαφώς περισσότερο νόημα. Να δεχτούμε μαζί με την ευχή και την κατάρα της διαχωριστικής γραμμής! Αναλογιζόμενοι ωστόσο πάντα ότι δίπλα στην υπέροχη μοναξιά μας υπάρχει χώρος άφθονος όσο και επίλεκτος για τις υπέροχες μοναξιές των άλλων. Στη διάλεκτο Σουαχίλι- τόπος πάντα στη λαϊκή σοφία!- η λέξηUbuntu συμπληρώνει την έννοια Ujamaa: χωριστά κάνουν οι άνθρωποι τις δουλειές τους, αλίμονο όμως αν υποτιμήσουν τις σχέσεις τους. Σχέσεις που ευδοκιμούν, κατά τον Χάμφρεϊ πάλι, μόνον όταν τα άτομα αναγνωρίζουν στους άλλους την ύπαρξη ενός παράξενου - και ιδιωτικού- εαυτού, τόσο πολύτιμου όσο και ο δικός τους. Ξαναγυρνώντας στον Κωνσταντίνο Βήτα, έτσι εμπνεύστηκε άλλωστε και ο ίδιος τη μουσική για τη χαρισματική εκείνη φράση (για να ανοίξει η πόρτα και να ΄ρθεις κοντά) δεν θέλει δύναμη, σπρώξε μαλακά *