Κρίση της οικονομίας, κρίση ανταγω νιστικότητας
Το μέλλον εγκλωβισμένο σε οδυνηρές κοινωνικές επιλογές
Τάσος Γιαννίτσης
Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην Υπουργός
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα εγκλωβισμένη σε μια φάση στην οποία όλα τα βασικά οικονομικά και κοινωνικά μεγέθη επιδεινώνονται. Μάλιστα η εξέλιξη αυτή συμπίπτει με μια φάση γενικευμένης επιδείνωσης του διεθνούς περιβάλλοντος, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα προβληματικό τοπίο.
Τρία στοιχεία είναι ιδιαίτερα κρίσιμα, τόσο για τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσουμε (ήδη αντιμετωπίζουμε) όσο και για τα δύσκολα διλήμματα στα οποία
όλο και περισσότερο εγκλωβίζεται η πολιτική:
* η πρωτόγνωρη κρίση της ανταγωνιστικότητας,
* τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η οικονομική πολιτική συνολικότερα και η επίπτωσή τους στην αποδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας, και
* ο πληθωρισμός ταυτόχρονα ως συνδυασμένο αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής, των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των διεθνών εξελίξεων και ως γενεσιουργό αίτιο περαιτέρω επιδείνωσης της ανταγωνιστικότητας.
Η ανταγω νιστικότητα
Η πτώση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας είναι ορατή εδώ και καιρό, είναι συνεχής και παίρνει διαστάσεις πρωτόγνωρες. Πτώση ανταγωνιστικότητας σημαίνει αποδυνάμωση θέσης στις διεθνείς αγορές, αλλά και διόγκωση των εισαγωγών στην εσωτερική αγορά, επιδείνωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο, μείωση εθνικής παραγωγής, παραγωγικότητας, απασχόλησης, εισοδημάτων και αδυναμία βιώσιμων μακροοικονομικών ισορροπιών. Η συστηματική οπισθοδρόμηση, τα τελευταία χρόνια, της ανταγωνιστικότητας της Ελλά
δας με βάση τους γνωστούς δείκτες διεθνών οργανισμών, είναι μια μόνο πτυχή του φαινομένου. Το πιο απτό αποτέλεσμα είναι η δεινή εξέλιξη που αποτυπώνεται στο έλλειμμα μεταξύ εξαγωγών και εισαγωγών προϊόντων και υπηρεσιών, το οποίο σε τρία μόλις χρόνια αυξάνει εκρηκτικά: από 6,1% του ΑΕΠ το 2005 σε 10,8% το 2007.
Αν το νόμισμα της χώρας δεν ήταν το ευρώ, η υποτίμηση που θα είχε προκληθεί και η απώλεια εισοδήματος και πλούτου εκατομμυρίων πολιτών θα ήταν οδυνηρή.
Πίσω από την επιδείνωση αυτή βρίσκονται σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες του παραγωγικού μας συστήματος, όπως:
* Ενα σύστημα παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών, η ανταγωνιστικότητα των οποίων στηρίζεται στις χαμηλές τιμές και όχι σε ποιοτικά χαρακτηριστικά, το οποίο χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά περιορισμένη ροπή στην τεχνολογική αλλαγή και στη δημιουργία καινοτομικών ή ποιοτικών προϊόντων και υπηρεσιών.
* Μια συνεχής και ισχυρή αποδυνάμωση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων μας ιδιαίτερα στα προϊόντα/υπηρεσίες χαμηλής και μέσης τεχνολογίας, που συγκεντρώνουν τον μεγάλο όγκο των ελληνικών εξαγωγών.
* Μια εξαιρετικά ελλειμματική θέση των προϊόντων μέσης προς υψηλή και υψηλής τεχνολογίας, τα οποία πάντως σημειώνουν αργή βελτίωση σε όρους ανταγωνιστικότητας.
* Μια σημαντική αποδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας απέναντι στις 12 νέες χώρες-μέλη της ΕΕ στον τομέα τόσο των αγροτικών όσο και των βιομηχανικών προϊόντων, αλλά και απέναντι στις αναδυόμενες οικονομικές δυνάμεις (Κίνα, Ινδία).
* Η αδυναμία των προϊόντων μας να αποτρέψουν μια σταδιακή συρρίκνωση του πλεονασματικού εμπορικού ισοζυγίου με τις χώρες των Βαλκανίων (τη μόνη ομάδα χωρών με εμπορικό πλεόνασμα της Ελλάδας). Το γενικότερο συμπέρασμα είναι αρκετά καθαρό, αλλά και απαισιόδοξο. Ο όγκος της ελληνικής παραγωγής συγκεντρώνεται στο σχετικά χαμηλό φάσμα τεχνολογικής έντασης και αντιμετωπίζει συνεχή επιδείνωση της ανταγωνιστικότητάς του. Ο παραγωγικός μετασχηματισμός προς προϊόντα μεσαίας- υψηλότερης τεχνολογικής έντασης είναι πολύ αργός, συνοδεύεται από μια βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στα προϊόντα αυτά, αλλά το περιορισμένο αυτό θετικό αποτέλεσμα δεν είναι αρκετό για να αντισταθμίσει την επιδείνωση που σημειώνεται στον όγκο των ελληνικών εξαγωγών.
Στη σημερινή συγκυρία, η ανατίμηση του ευρώ είναι ένας κρίσιμος παράγοντας για την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, αφού τα έχει κάνει πιο ακριβά στη διεθνή και την εσωτερική αγορά. Προϊόντα που σχετίζονται με καινοτομία, τεχνολογικά χαρακτηριστικά, design, ποιότητα, αντιμετωπίζουν πιο σταθερή ζήτηση, ακόμη και όταν γίνονται ακριβότερα, σε σύγκριση με προϊόντα και υπηρεσίες χαμηλής ή μέσης τεχνολογικής ποιότητας.
Τα τελευταία, αντίθετα, δηλαδή η περίπτωσή μας, αντιμετωπίζουν υψηλότερη ανταγωνιστική πίεση από χώρες φθηνού κόστους και συνεπώς πιέζονται τόσο στη διεθνή αγορά όσο και από την εισαγωγική διείσδυση στην εθνική αγορά. Η τάση αυτή επιτείνεται από το γεγονός, ότι η ελληνική παραγωγή χαρακτηρίζεται από ένταση ενέργειας. Συγκριτικά με άλλες χώρες η μετάβαση σε τεχνολογίες εξοικονόμησης ενέργειας ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Σε μια φάση αύξησης του κόστους των ενεργειακών εισροών, μια τέτοια εξέλιξη λειτουργεί συνολικά επιβαρυντικά για την ανταγωνιστική ικανότητα των ελληνικών προϊόντων.
Ο συνδυασμός των παραπάνω σημαίνει ότι η μείωση της ανταγωνιστικότητας δεν είναι απόρροια αποκλειστικά ενός εξωγενούς παράγοντα, όπως η ανατίμηση του ευρώ και του πετρελαίου. Οφείλεται στη διαχρονική αδυναμία της πολιτικής και των (δημόσιων και ιδιωτικών) επιχειρήσεων να πραγματοποιήσουν μια πορεία παραγωγικού μετασχηματισμού με στόχο την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, τη μετάβαση από προϊόντα-υπηρεσίες χαμηλής/μέσης τεχνολογίας σε μέσης/υψηλής τεχνολογίας, όπως στις άλλες χώρες Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ενωσης-15.
Τα δημοσιονομικά ελλείμματα
Τα δημοσιονομικά ελλείμματα κινούνται σε όλη τη δεκαετία του 2000 σταθερά μεταξύ 3% και 5% (με εξαίρεση το 2004 και 2005). Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η εξέλιξη του δημόσιου χρέους υποδηλώνει ότι οι πραγματικές, αλλά λογιστικά αφανείς, δαπάνες του Δημοσίου αυξάνουν πολύ περισσότερο απ΄ ό,τι δείχνουν τα φανερά ελλείμματα. Πρόσφατο χτυπητό παράδειγμα οι εκτιμήσεις της Εurostat για το 2007, που φαίνεται ότι αναθεωρούν το δημοσιονομικό μας έλλειμμα από 2,6%, που εμφάνισε η κυβέρνηση, στο 3,1% του ΑΕΠ.
Σε αυτά οφείλει κανείς να συνυπολογίσει τα διευρυνόμενα σημαντικά ελλείμματα των δημόσιων επιχειρήσεων, όπως και τα αυξανόμενα χρέη του Δημοσίου προς φορείς, όπως νοσοκομεία κ.α., που δεν εξοφλούνται. Αυτό δηλαδή που έχει σημασία για την οικονομία και τον πληθωρισμό δεν είναι το πώς αποτυπώνονται λογιστικά τα ελλείμματα, αλλά ποιο είναι το πραγματικό ύψος της δημόσιας δαπάνης. Το μέγεθος αυτό μετράει για τις αυξητικές επιδράσεις της ελλειμματικής δημοσιονομικής πολιτικής στον πληθωρισμό και, μέσω αυτού, στη διάβρωση της ανταγωνιστικότητας. Την ίδια επίδραση ασκεί και η εμμονή της οικονομικής πολιτικής να καταφεύγει σε αυξήσεις έμμεσων φόρων αντί σε άμεσους, η άρνησή της να νοικοκυρέψει τις δημόσιες δαπάνες ή να συλλάβει πραγματικά τμήματα μιας εκτεταμένης και προκλητικής φοροδιαφυγής.
Ο πληθωρισμός
Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα από το 2001 ως σήμερα οδήγησε σε αύξηση του επιπέδου τιμών των προϊόντων και υπηρεσιών
σωρευτικά κατά 8,5 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο απ΄ ό,τι στην ευρωζώνη. Η διαφορά αυτή είναι πολύ σημαντική από τη σκοπιά της ανταγωνιστικότητας.
Οι τιμές του πετρελαίου επηρέασαν τον πληθωρισμό τους τελευταίους δέκα μήνες περίπου. Αντίθετα, η εμφανής και αφανής ελλειμματική δημοσιονομική διαχείριση που προαναφέρθηκε τροφοδοτεί με συστηματικό τρόπο τον πληθωρισμό για χρόνια.
Στις επιδράσεις αυτές προστίθεται η αφανής κρατική ώθηση (μέσω χαλαρών κανόνων εποπτείας της κεντρικής τράπεζας) των νοικοκυριών σε αυξημένο καταναλωτικό δανεισμό, προκειμένου πολιτικά να μη γίνει αισθητή η πτώση στο επίπεδο διαβίωσής τους τα τελευταία χρόνια. Το αρνητικό αποτέλεσμα ήταν διττό: τροφοδότησε τον πληθωρισμό και έκανε όλα τα νοικοκυριά να χάνουν αγοραστική δύναμη, αλλά και πραγματικό εισόδημα, έσοδα από τόκους (για όσους αποταμίευσαν), αφού ο πληθωρισμός ήταν μεγαλύτερος στην Ελλάδα απ΄ ό,τι στην ευρωζώνη, με αποτέλεσμα ο έλληνας αποταμιευτής να είναι σε δυσμενή θέση σε σχέση με τον μέσο ευρωπαίο αποταμιευτή. Επιπλέον, όμως, προκάλεσε σταδιακή υποθήκευση του μελλοντικού επιπέδου διαβίωσης (δηλαδή του σημερινού και του αυριανού) με διπλό τρόπο: λόγω της μείωσης που προκάλεσε η πληρωμή αυξημένων τόκων στο εισόδημα όσων δανείστηκαν, αλλά και μέσω των πληθωριστικών τάσεων που τροφοδοτήθηκαν από την αυξημένη ζήτηση λόγω των δανείων αυτών.
Οι προεκτάσεις
Ο συνδυασμός και η παράταση των παραπάνω χαρακτηριστικών δημιουργεί μια εξαιρετικά επικίνδυνη προοπτική. Εξαιρετικά επικίνδυνη, γιατί εγκλωβίζει προοπτικά την οικονομική πολιτική σε οδυνηρές επιλογές. Και τούτο γιατί η ένταξη στο ενιαίο νόμισμα έχει ως συνέπεια ότι, σε περίπτωση λανθασμένων επιλογών πολιτικής, οι προσαρμογές και διορθώσεις δεν μπορούν να γίνουν πια με υποτίμηση. Η πολιτική κάθε χώρας είτε θα προχωρεί με προσαρμογές και μεταρρυθμίσεις που θα διασφαλίζουν το τρίγωνο ανταγωνιστικότητα- ανάπτυξη- απασχόληση, διορθώνοντας έτσι λανθασμένες επιλογές ή και απρόβλεπτες εξελίξεις, είτε θα κινείται στη λογική της απραξίας εντείνοντας την επιδείνωση.
Η οικονομική πολιτική όμως αρνείται να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Οσο ακολουθεί αυτή τη γραμμή, τόσο το πρόβλημα διογκώνεται. Και όσο το πρόβλημα διογκώνεται, τόσο η πολιτική θα εγκλωβίζεται (ήδη εγκλωβίζεται) στις ακόλουθες τρεις επιλογές:
α) σε μια απότομη πολιτική περιορισμού των εισοδημάτων, ανάλογα με το επίπεδο διόρθωσης που απαιτεί η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας, που με τη σειρά της θα επηρεάσει πτωτικά τους ρυθμούς μεγέθυνσης και θα δημιουργεί πολλαπλές κοινωνικές και οικονομικές παρενέργειες, ή β) σε μια ισχυρή προσαρμογή της δημοσιονομικής πολιτικής, με μείωση δαπανών
για επενδύσεις, Παιδεία, Υγεία, αμοιβές εργαζόμενων, και με επίσης περιοριστικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη, τις ανισότητες, την απασχόληση, τη φτώχεια, ή γ) σε συνέχιση της απραξίας, με συντήρηση υψηλού πληθωρισμού και ελλειμμάτων, και με τις ίδιες αρνητικές επιπτώσεις, όπως παραπάνω, απλώς με διαφορετικό επικάλυμμα.
Αρνηση συνεπώς προσαρμογής της πολιτικής σημαίνει ότι και οι τρεις εξελίξεις έχουν σκληρά κοινωνικά και οικονομικά αποτελέσματα. Ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί αυτό έχει τρεις κρίσιμες διαστάσεις: πραγματικές παραγωγικές μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα και μια εναλλακτική οικονομική πολιτική, που συνιστά μια «τέταρτη» επιλογή, που όμως κινείται έξω από τη λογική του σημερινού πολιτικού σκηνικού: μια πραγματική παρέμβαση στη φοροδιαφυγή και στην εισφοροδιαφυγή, μια αποκατάσταση της φορολογικής προοδευτικότητας που κακοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια, περιορισμός των πολλών φοροαπαλλαγών των εισοδηματικά ανώτερων στρωμάτων εργαζόμενων, ένας σοβαρός περιορισμός της σπατάλης και των κομματικών προσλήψεων, μια εκτεταμένη αναδιάρθρωση των λειτουργιών του δημόσιου τομέα. Επίσης, την ανασυγκρότηση του δημόσιου τομέα ως μείζονα στόχο μιας πολιτισμένης κοινωνίας και όχι ως καρικατούρα. Ο συνδυασμός των παραπάνω θα ενισχύσει την παραγωγικότητα του δημόσιου τομέα, δηλαδή περίπου του 30% της οικονομίας μας, και θα δημιουργήσει δυνατότητες σταθερής δημοσιονομικής ισορροπίας (ώσπου να γκρεμιστεί από κάποιον επόμενο με απογραφές ή άλλους καινοτομικούς τρόπους). Επιπλέον, θα δώσει μια ανάσα για επενδύσεις σε κοινωνικούς τομείς, για κοινωνικές πολιτικές, για παρεμβάσεις ενάντια στις εντεινόμενες ανισότητες. Ωστόσο τέτοιες παρεμβάσεις απαιτούν πολιτικές, βούληση, προετοιμασία, ορθές αποφάσεις, πραγματισμό και όχι ιδεοληψίες. Απαιτούν και ένα πνεύμα λειτουργίας ενάντια στη διαφθορά, κάθετα σε όλο το πολιτικό σκηνικό. Αν η πολιτική κινείται σε αντίθετη λογική από τα παραπάνω, το κόστος από τα αδιέξοδα που προκύπτουν γίνονται για τους πολίτες και τη χώρα το αναπόφευκτο τίμημα μιας μη αναπόφευκτης πραγματικότητας.
Η οικονομική πολιτική παλεύει σαν τον Σίσυφο να πετύχει στόχους γύρω από κάποιους δείκτες, αλλά έχει εγκαταλείψει απόλυτα όλο το φάσμα των σύγχρονων στοιχείωνκλειδιών της σημερινής αναπτυξιακής διαδικασίας (διάχυση σύγχρονων τεχνολογιών, σύγχρονη εκπαίδευση, σύγχρονος δημόσιος τομέας, απάλειψη διαφθοράς, έρευνα, καινοτομία κλπ., κλπ., κλπ.). Ετσι στριφογυρίζουμε συνεχώς πάνω-κάτω, καθώς το μόνο πολιτικό μέλημα είναι πώς θα φανεί ότι δήθεν έχει επιτευχθεί κάτι, που όμως στη συνέχεια, όταν αποκαλυφθεί η γύμνια του, θα μας αποκαλύψει και τα Μυστικά του Βάλτου, στον οποίο κινηθήκαμε για όλο αυτό το διάστημα. *