Ανώτατη Εκπαίδευση
Πανεπιστήμιο και παραγωγικό σύστημα
Τάσος Γιαννίτσης
Καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών
Η συζήτηση για το Πανεπιστήμιο και την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση γενικότερα δεν μπορεί παρά να είναι ελλιπής ή και αδιέξοδη αν προηγουμένως δεν απαντηθεί το ερώτημα «τι Πανεπιστήμιο θέλουμε ή, γενικότερα, τι θέλουμε από τη διαδικασία της εκπαίδευσης» στον σημερινό κόσμο που κινούμαστε. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μία. Διαφορετικό περιεχόμενο όμως παίρνει μια μεταρρύθμιση που έχει τη δική της απάντηση στο ερώτημα από ό,τι αν δεν έχει καμία απάντηση, ίσως και γιατί δεν έχει κάνει τον κόπο να θέσει καν το ερώτημα. Το κενό αυτό είναι καθοριστικό για την αποτυχία ή τη φτώχεια όλων των αλλαγών που έγιναν εδώ και δεκαετίες στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Γιατί οι αλλαγές αυτές δεν είχαν κανένα χαρακτηριστικό μεταρρύθμισης. Ησαν απλώς κινήσεις που άλλοτε διόρθωναν κάποιες από τις πολλές παθογένειες του Πανεπιστημίου, ενώ πιο συχνά προσέθεταν σε αυτές.
Ετσι πορευτήκαμε στην εποχή της «Κοινωνίας της Γνώσης» ταυτίζοντας συχνά τη γνώση με προγράμματα, διαδικασίες, εξετάσεις, νομές ενδοπανεπιστημιακής εξουσίας, αδιαφορώντας τόσο για το πώς «δημιουργείται η γνώση» σε μια κοινωνία όσο και για το πώς οικοδομείται μια «Κοινωνία της Γνώσης».
Η σχέση Πανεπιστημίου και παραγωγικού συστήματος είναι ένα από τα πολλά κρίσιμα ζητήματα που αιωρούνται χωρίς απάντηση. Γιατί βέβαια δεν αποτελούν απάντηση κοινότοπες τοποθετήσεις όπως «γενική παιδεία αντί επαγγελματική ή εξειδικευμένη γνώση» ή «θεωρητική αντί εφαρμοσμένη γνώση». Επιπλέον το ερώτημα για το τι Πανεπιστήμιο θέλουμε είναι άρρηκτα δεμένο και με το ερώτημα: Τι παραγωγικό σύστημα επιδιώκουμε; Αν θέλουμε ένα παραγωγικό σύστημα που να δίνει λύσεις σε καίρια κοινωνικά προβλήματα (π.χ., για το επίπεδο διαβίωσης του μέσου πολίτη, για τον περιορισμό των εισοδηματικών ανισοτήτων, την περιβαλλοντική προστασία ή την αντιμετώπιση της ανεργίας), είμαστε
αναγκασμένοι να αναζητούμε λύσεις για το Πανεπιστήμιο που να μην είναι σε αντίφαση με όλα αυτά. Το δεύτερο αυτό ερώτημα, πάντως, απουσιάζει απόλυτα από κάθε προβληματισμό για τον ρόλο του Πανεπιστημίου.
Το ελληνικό «παραγωγικό σύστημα» βρίσκεται πολύ μακριά από τα μεγάλα κοινωνικά ζητούμενα. Παράγει υψηλή ανεργία, μεγάλες ανισότητες, αναξιοκρατία, διαφθορά, κακές αμοιβές και ευάλωτες συνθήκες εργασίας. Εχουμε συζητήσει ποτέ αν και πώς συνδέονται τα χαρακτηριστικά αυτά με την πανεπιστημιακή (και όχι μόνο) εκπαιδευτική, ακόμη και ερευνητική, λειτουργία; Η απάντηση είναι αρνητική. Αυτό που ξέρουμε είναι να απαριθμούμε έναν ατελείωτο κατάλογο επιθυμιών ή στόχων για το Πανεπιστήμιο, για την οικονομία, για τις κοινωνικές σχέσεις, χωρίς να προσπαθούμε να δούμε πώς όλα αυτά επηρεάζουν το ένα το άλλο και μήπως αν όσα κάνουμε ή ζητάμε αλληλοακυρώνονται.
Η θέση αυτή δεν σημαίνει ότι η πανεπιστημιακή παιδεία πρέπει να προσανατολιστεί σε μεγαλύτερη εξειδίκευση και επαγγελματικές γνώσεις ή σε τύπους αποφοίτων που στη Γερμανία αποκαλούνται «εξειδικευμένοι ηλίθιοι». Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν μπορεί να παραγνωρίζουμε ότι δεκάδες χιλιάδες νέοι επενδύουν αθροιστικά εκατομμύρια ώρες σκληρής δουλειάς και σημαντικά ποσά για να αποκτήσουν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση προσβλέποντας σε ένα καλύτερο μέλλον. Ούτε ότι χιλιάδες νέοι τελειώνοντας τις σπουδές τους περνούν στην ανεργία ή στις θέσεις των 600 ή 800 ευρώ ή στον εξανδραποδισμό που συνεπάγεται ένας ρουσφετολογικός δημοσιοϋπαλληλικός διορισμός τους. Κανείς δεν δικαιούται να έχει την υπεροψία της αδιαφορίας για την πορεία ζωής των νέων αυτών στο όνομα της καθαρότητας της επιστήμης ή του Πανεπιστημίου.
Κεντρική αποστολή του Πανεπιστημίου θεωρείται η «μετάδοση στη νέα γενιά του συστήματος ιδεών για τον κόσμο και τον άνθρωπο» (Οrtega y Gasset, Η αποστολή του Πανεπιστημίου, επιστημονική επιμέλεια Π. Κιμουρτζής, 2006), η μετάδοση
και η παραγωγή νέας επιστημονικής γνώσης, η δημιουργία νέων επιστημόνων, η έρευνα. Θεωρείται, επιπλέον, ηανάπτυξη κριτικής αντίληψης που εμπλουτίζει, ανατρέπει και μετασχηματίζει το σύστημα γνώσεων. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η μετάδοση γνώσεων γενικά αλλά ένας συνδυασμός κρίσιμων και νέων γνώσεων με την ικανότητα κριτικής σκέψης, επιστημονικής αναζήτησης και χειρισμού επιστημονικών εργαλείων.
Εχοντας κατά νου πόσο θεαματικές διαφορές υπάρχουν στη λειτουργία και στην απόδοση μεταξύ πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και ακόμη περισσότερο μεταξύ πανεπιστημιακών τμημάτων, θεωρώ ότι ένα σημαντικό πρόβλημα στη σχέση Πανεπιστημίου και συστήματος παραγωγής που οφείλουμε επειγόντως να συζητήσουμε είναι το είδος και η ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, καθώς και οι ευκαιρίες ένταξης στην ευρύτερη διαδικασία παραγωγής (οικονομικής, πνευματικής ή άλλης) που αυτή προσφέρει στον μέσο φοιτητή.
Σήμερα η ανεργία πλήττει σε μεγάλο ποσοστό τους απλούς αποφοίτους (όχι τους κατόχους μεταπτυχιακών τίτλων) της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αναδεικνύοντας ένα διττό πρόβλημα: από τη μία, ένα παραγωγικό σύστημα που στηρίζεται σε εργασία χαμηλής ειδίκευσης, χωρίς στενές συνδέσεις με την τεχνολογία και την καινοτομία, το οποίο δεν δημιουργεί επαρκείς θέσεις απασχόλησης· από την άλλη, ένα δυναμικό αποφοίτων, αρκετοί από τους οποίους δεν έχουν την ικανότητα να βρουν εργασία για δύο τουλάχιστον λόγους. Αφενός, γιατί δεν αποκτούν τις κατάλληλες γνώσεις ώστε να ανταποκριθούν στις θέσεις απασχόλησης όπου αυτές υπάρχουν. Αφετέρου, γιατί αυτό το κενό γνώσεων δεν τους επιτρέπει να δημιουργήσουν οι ίδιοι ικανοποιητικές ευκαιρίες αυτόνομης παραγωγικής δραστηριοποίησής τους (ατομικά ή με συνεργασίες) ή και πιο δημιουργικής λειτουργίας τους στους παραγωγικούς χώρους στους οποίους θα μπορούσαν να ενταχθούν. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι προβληματικό.
Το ζητούμενο για το ελληνικό
πανεπιστήμιο είναι συνεπώς να διασφαλίσει το κρίσιμο εκείνο μείγμα λειτουργιών που θα επιτρέπει στους αποφοίτους να αποκτήσουν: α) το ευρύτερο σύστημα ιδεών σχετικά με τον κόσμο και την πραγματικότητα που είναι σκόπιμο να έχει ένας επιστήμονας σήμερα και όχι απλά μια «γενική παιδεία» και β) ολοκληρωμένες γνώσεις στην επιστήμη τους ώστε να μπορούν να σταθούν στα υψηλά επίπεδα που διαμορφώνονται στα καλύτερα ή έστω στα
καλά διεθνή πανεπιστήμια, δεδομένου ότι οι παραγωγικές δραστηριότητες της χώρας έχουν να ανταγωνιστούν τα επίπεδα παραγωγικής ικανότητας που δημιουργεί το ανθρώπινο δυναμικό στις πιο ανεπτυγμένες χώρες.
Σε τελευταία ανάλυση, η σχέση Πανεπιστημίου και παραγωγικού συστήματος σχετίζεται με την ποιότητα οργάνωσης των εκπαιδευτικών διαδικασιών, την ποιότητα της γνώσης που προσφέρεται, την κριτική
σκέψη που οικοδομείται και τη δημιουργία ικανότητας για την αξιοποίηση των στοιχείων αυτών. Η απουσία ενεργητικής συμμετοχής των φοιτητών στην εκπαιδευτική διαδικασία, η προσφορά πλειάδας μαθημάτων με χαλαρή διασύνδεση, ο τρόπος εξετάσεων, η μετάδοση ξεπερασμένων γνώσεων, η απουσία μηχανισμών αξιολόγησης και ελέγχου της διδακτικής επάρκειας και λειτουργίας δεν είναι παρά μερικοί από τους λόγους για τις αδυναμίες του
ελληνικού Πανεπιστημίου. Για πολλά από τα χαρακτηριστικά αυτά η ευθύνη βαραίνει την ίδια την πανεπιστημιακή κοινότητα, για άλλα το βάρος πέφτει στην προβληματική λειτουργία του κράτους (π.χ., άκριτος πολλαπλασιασμός τμημάτων και πανεπιστημίων, οργάνωση σπουδών, φαβοριτισμοί). Και οι δύο περιπτώσεις υποδηλώνουν πόσο δύσκολη είναι κάθε φορά η μετάβαση από τον αναχρονισμό στη σύγχρονη πραγματικότητα. *