Ερευνα και μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελλάδα
Μπάμπης Σαββάκης
Καθηγητής μοριακής γενετικής στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου Κρήτης, διευθυντής ινστιτούτου κυτταρικής και αναπτυξιακής βιολογίας στο ελληνικό κέντρο βιοϊατρικών επιστημών «Αλέξανδρος Φλέμινγκ»

H έρευνα συνδέεται με τις μεταπτυχιακές σπουδές- χρησιμοποιείται ο όρος «μεταπτυχιακές σπουδές» για όλες τις σπουδές μετά τον πρώτο πανεπιστημιακό τίτλο και όχι αποκλειστικά για τον δεύτερο κύκλο σπουδών, όπως τείνει να επικρατήσει- σε μια σχέση αλληλεξάρτησης: δεν μπορεί να υπάρξουν υψηλού επιπέδου μεταπτυχιακές σπουδές χωρίς υψηλού επιπέδου έρευνα και το αντίστροφο. Η ανώτατη εκπαίδευση οργανώνεται πλέον παγκόσμια σε τρεις κύκλους, ο καθένας με διακριτούς στόχους. Στον πρώτο κύκλο, που οδηγεί στο πανεπιστημιακό πτυχίο, οι σπουδαστές εισάγονται στο σύστημα των γνώσεων ενός κλάδου της επιστήμης ή της τεχνολογίας και εξοικειώνονται με την επιστημονική μεθοδολογία. Στον δεύτερο κύκλο, που οδηγεί σε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (μεταπτυχιακό δίπλωμα εξειδίκευσης, αντίστοιχο του αγγλοσαξονικού Μasters), γίνεται εμβάθυνση σε κάποιο επιστημονικό/τεχνολογικό πεδίο με κύριο στόχο την προετοιμασία εξειδικευμένων επιστημόνων. Ο τρίτος κύκλος, που οδηγεί στη λήψη διδακτορικού, έχει κύριο στόχο τη δημιουργία επιστημόνων- ερευνητών μέσα από τη μαθητεία στην έρευνα. Ανάμεσα από τους μεταπτυχιακούς σπουδαστές του τρίτου κύκλου θα αναδειχθούν οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και οι ερευνητές της επόμενης γενιάς. Η διενέργεια έρευνας υψηλής ποιότητας δεν είναι μόνο προϋπόθεση για την οργάνωση και τη λειτουργία μεταπτυχιακών σπουδών. Οπως γνωρίζουν καλά όσοι ασχολούνται με την έρευνα, οι καλοί μεταπτυχιακοί φοιτητές αποτελούν συνήθως την πιο σημαντική συνιστώσα επιτυχίας σε μια ερευνητική ομάδα. Σε όλον τον κόσμο σημαντικό μέρος της πιο προχωρημένης
έρευνας γίνεται από όσους μεταπτυχιακούς φοιτητές και φοιτήτριες- μαθητευόμενους επιστήμονες- έχουν ταλέντο, δίψα για μάθηση, κέφι για δουλειά και ευγενή φιλοδοξία να διακριθούν.
Ποια είναι η κατάσταση του «συμπλέγματος» έρευνα- μεταπτυχιακές σπουδές στη χώρα μας; Οπως επισημαίνεται σε ένα σημαντικό κείμενο θέσεων που δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι με τις υπογραφές 22 επιφανών ελλήνων ερευνητών Για την Ελλάδα δεν υπάρχει μέλλον χωρίς έρευνα. Παρέμβαση 22 διακεκριμένων ελλήνων επιστημόνων, δημοσιευμένη με τίτλο SΟS για την έρευνα(«Το Βήμα», 6 Ιουλίου 2008),στην Ελλάδα η έρευνα παραμένει στο περιθώριο και ο ρόλος της είναι υποτονικός για λόγους όπως η ανεπαρκής συνειδητοποίηση τόσο από τους πολίτες όσο και από την ηγεσία, πολιτική και άλλη, της ζωτικής ανάγκης για βασική και εφαρμοσμένη έρευνα (...), ηεξαιρετικά χαμηλή κρατική και ιδιωτική χρηματοδότηση, ηελλιπής παράδοση αξιοκρατίας και αξιολόγησης (...), ηπροβληματική λειτουργία των πανεπιστημίων με αποκορύφωμα τις καταλήψεις, ηκρατική μικροδιαχείριση και η συνακόλουθη γραφειοκρατία, ημετανάστευση σημαντικού ερευνητικού δυναμικού χωρίς προοπτική επαναπατρισμού και ηαποθάρρυνση της μετακίνησης στην Ελλάδα ξένων ερευνητών.
Οι διαπιστώσεις αυτές είναι κοινός τόπος για όσους ασχολούνται με την έρευνα, όπως είναι και η αίσθηση ότι η περιθωριοποίηση της έρευνας επιταχύνεται τα τελευταία χρόνια, με σοβαρό κίνδυνο η κατάσταση να γίνει μη αναστρέψιμη. Και αυτό θα συμβεί όταν οι πιο δυναμικοί νέοι ερευνητές μας αρχίσουν να μεταναστεύουν σε χώρες όπου αναγνωρίζεται η σημασία της έρευνας και η αξία
της δουλειάς τους. Για την αναστροφή της επικίνδυνης αυτής πορείας είναι αναγκαία η αντιμετώπιση δύο μεγάλων προβλημάτων. Πρόβλημα πρώτο: η έλλειψη συνεκτικής ερευνητικής πολιτικής και κυρίως πολιτικής για τη στήριξη υψηλής ποιότητας έρευνας μέσα από ανταγωνιστικές χορηγίες. Χωρίς κρατική χρηματοδότηση έρευνα δεν είναι δυνατόν να γίνει. Είμαστε στην 23η θέση στην Ευρώπη των «27», μπροστά μόνο από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Κύπρο και τη Σλοβακία όσον αφορά την κρατική χρηματοδότηση. Το ποσοστό του ΑΕΠ που κατευθύνεται στην έρευνα-τεχνολογία (γύρω στο 0,6% το 2007) ελαττώνεται αντί να αυξάνεται τα τελευταία χρόνια, παρά τη δέσμευση της ελληνικής Κυβέρνησης για σταδιακή σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που τώρα είναι περίπου 1,8%. Δυστυχώς όμως αυτό δεν είναι το σημαντικότερο πρόβλημα. Ακόμη σοβαρότερα είναι τα δομικά προβλήματα του ελληνικού συστήματος, που οδηγούν σε έλλειψη συνέχειας και προβλέψιμων «κανόνων του παιχνιδιού». Η ανταγωνιστική χρηματοδότηση ερευνητικών έργων από τα υπουργεία Ανάπτυξης και Παιδείας γίνεται εδώ και χρόνια αποκλειστικά μέσα από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης. Ελληνική πρωτοτυπία: στον εθνικό προϋπολογισμό δεν υπάρχουν πρακτικώς κονδύλια για την ανταγωνιστική χρηματοδότηση ερευνητικών έργων. Οι εθνικοί πόροι για την έρευνα που διατίθενται από το ΥΠΑΝ καλύπτουν μερικώς τις βασικές δαπάνες λειτουργίας των ερευνητικών κέντρων που εποπτεύει η Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) του υπουργείου και την εθνική συμμετοχή στα ερευνητικά έργα που χρηματοδοτούνται από τα ΚΠΣ. Το ίδιο συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό και με τη χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών
σπουδών από το υπουργείο Παιδείας με τα Επιχειρησιακά Προγράμματα για την Εκπαίδευση και την Επαγγελματική Κατάρτιση (ΕΠΕΑΕΚ) των ΚΠΣ. Είναι αναμφισβήτητο ότι η στήριξη της έρευνας και των μεταπτυχιακών σπουδών από τα ΚΠΣ οδήγησε σε πρόσκαιρη αύξηση της χρηματοδότησης, με κάποια καλά επί μέρους αποτελέσματα. Είχε όμως δύο εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις. Πρώτον, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των μηχανισμών ελέγχου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εφαρμόστηκε μια ασφυκτικά γραφειοκρατική μικροδιαχείριση που οδήγησε σε στρεβλώσεις και σε μεγάλη σπατάλη χρόνου και ενέργειας από τους εμπλεκόμενους ερευνητές και φορείς. Δεύτερον, και σημαντικότερο, δημιουργήθηκε ένα καθεστώς ασυνέχειας και αβεβαιότητας. Οι σημαντικές αλλαγές στους «κανόνες του παιχνιδιού» από το ένα ΚΠΣ στο επόμενο (κανόνες που αφορούν όχι μόνο τη διαχείριση αλλά και την ουσία των προγραμμάτων) και τα κενά στη χρηματοδότηση κατά τη μετάβαση από το ένα ΚΠΣ στο άλλο έχουν αρχίσει να διαλύουν τον ερευνητικό ιστό. Είναι απλά απαράδεκτο να μην έχουν προκηρυχθεί στη χώρα μας προγράμματα ανταγωνιστικών χρηματοδοτήσεων έρευνας τα τελευταία τρία χρόνια. Και να στερεύουν από τον έναν χρόνο στον άλλον οι πόροι για τη χρηματοδότηση μεταπτυχιακών προγραμμάτων.
Παρ΄ όλα αυτά, υπάρχουν κάποιες εξαιρετικά υψηλού επιπέδου ερευνητικές ομάδες και λειτουργούν αρκετά προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών υψηλών προδιαγραφών. Η επιτυχία τους οφείλεται στη σημαντική επένδυση στην έρευνα που έγινε στην αρχή της δεκαετίας του ΄80, στις σποραδικές εθνικές ενέσεις χρηματοδότησης, στις εισροές ανταγωνιστικών χορηγιών από την Ευρωπαϊκή Ενωση, στην ύπαρξη ενός σχετικά ευέλικτου θεσμικού πλαισίου για τη διαχείριση των κονδυλίων έρευνας στα πανεπιστήμια μέσω των Ειδικών Λογαριασμών και κυρίως στη σκληρή δουλειά και στην αφοσίωση πολλών ερευνητών και πανεπιστημιακών δασκάλων στο έργο τους. Πολλοί καταξιωμένοι ερευνητές όμως προχωρούν προς τη σύνταξη και η ανανέωσή τους από άξιους νέους επιστήμονες γίνεται όλο και πιο δύσκολη μέσα στο απογοητευτικό κλίμα που επικρατεί. Και οι Ειδικοί Λογαριασμοί φαίνεται να οδηγούνται σε καθεστώς κηδεμονίας από την κρατική γραφειοκρατία. Οι Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Ερευνας των ΑΕΙ είναι αυτοδιοικούμενα όργανα που διαχειρίζονται τις χορηγίες για έρευνα οι οποίες προέρχονται από εξωτερικές πηγές και συνήθως από ανταγωνιστικά προγράμματα. Σύμφωνα με τον νόμο και κατά
πάγια διεθνή πρακτική, ένα ποσοστό των εισροών παρακρατείται και χρησιμοποιείται για τις ανάγκες του ιδρύματος. Πρόσφατα καταλογίστηκαν (από υπαλλήλους του υπουργείου Οικονομικών) μεγάλα χρηματικά ποσά σε ερευνητές-μέλη ΔΕΠ που ήσαν υπεύθυνοι για τη διαχείριση του Ειδικού Λογαριασμού του Πανεπιστημίου Κρήτης, με το σκεπτικό ότι κάποιες δαπάνες, αν και έγιναν για πραγματικές ανάγκες του πανεπιστημίου, ήσαν «εκτός σκοπού»!
Η πρόκληση: να καταστρωθεί ένα μακροχρόνιο ολοκληρωμένο πρόγραμμα για την ανάπτυξη της έρευνας και των μεταπτυχιακών σπουδών. Και να θεσπιστούν μηχανισμοί για τη υλοποίησή του με εγγυημένη συνέχεια, ανεξάρτητα από την εναλλαγή γενικών γραμματέων, υπουργών και κυβερνήσεων. Απαραίτητη προϋπόθεση για τα παραπάνω είναι να γίνει σοβαρή προσπάθεια για μια προγραμματική συμφωνία ανάμεσα σε όσες πολιτικές δυνάμεις ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν στην άσκηση της εξουσίας. Πώς θα επιτευχθεί αυτό; Δεν
χρειάζεται να ανακαλυφθεί ο τροχός από την αρχή. Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα, στην Ευρώπη και αλλού. Στη Φινλανδία, λ.χ., μπροστά σε μια πρωτοφανή οικονομική κρίση στην αρχή της δεκαετίας του ΄90, τα μεγάλα κόμματα συμφώνησαν ότι η ανάπτυξη με βάση τη γνώση αποτελεί τη μόνη διέξοδο και εφήρμοσαν ένα σχέδιο στήριξης της έρευνας και της τεχνολογίας με συνέπεια και συνέχεια. Η ανάδυση της Νokia είναι το σημαντικότερο από τα δείγματα της επιτυχίας τους.
Πρόβλημα δεύτερο: η ραγδαία απαξίωση και η επαπειλούμενη κατάρρευση του συστήματος ανώτατης παιδείας στη χώρα μας. Τα πανεπιστήμιά μας βρίσκονται πρακτικά σε αδυναμία να επιτελέσουν τον ρόλο τους, που είναι η προαγωγή και μετάδοση της γνώσης μέσα σε ένα πλαίσιο ελεύθερης άσκησης της επιστήμης και έκφρασης των ιδεών. Στην κατάσταση αυτή συμβάλλουν η έλλειψη ουσιαστικής αυτοδιοίκησης στα πανεπιστήμια και ο ασφυκτικός τους εναγκαλισμός από το κράτος, η έλλειψη παράδοσης λογοδοσίας
και αξιολόγησης, ο ενδημικός νεποτισμός και το ανίσχυρο και αναποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης των ΑΕΙ. Η χρόνια κακοδαιμονία έχει μετατραπεί πλέον σε ανοιχτή κρίση λόγω της ανοχής, στο όνομα του πανεπιστημιακού ασύλου, όχι μόνο των ενδημικών πλέον καταλήψεων αλλά και ακραίας βίας και βανδαλισμών από διάφορες ομάδες που επιδιώκουν είτε την τρομοκράτηση μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας είτε απλώς το χάος.
Η πρόκληση: να αναστραφεί η καταστροφική αυτή πορεία με αλλαγές που θα δώσουν στα πανεπιστήμια τη δυνατότητα να επιτελέσουν το έργο τους. Οι αλλαγές αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής: δυνατότητα πλήρους οικονομικής και διοικητικής αυτοδιαχείρισης των πανεπιστημίων μέσω προγραμματικών συμφωνιών με το κράτος. Αντικατάσταση του προληπτικού κρατικού ελέγχου από έλεγχο «εκ των υστέρων» ύστερα από εξωτερική αξιολόγηση με σαφείς προδιαγραφές και αμοιβαίως αποδεκτές διαδικασίες. Ελευθερία
σε κάθε πανεπιστήμιο να επιλέξει τον χαρακτήρα του και τον τρόπο διακυβέρνησής του- είμαστε ίσως η τελευταία ευρωπαϊκή χώρα που έχει ένα μόνο είδος πανεπιστημίου και ένα είδος ΤΕΙ.
Προϋπόθεση για να ξεκινήσουν αλλαγές αυτής της έκτασης είναι να υπάρξει συμφωνία τουλάχιστον μεταξύ των «κομμάτων εξουσίας». Σε ένα σημείο όμως είναι απαραίτητη, και θα έπρεπε να είναι αυτονόητη, η ενιαία στάση όλων των κομμάτων: στην απερίφραστη και χωρίς επιφυλάξεις καταδίκη της άσκησης βίας ή της απειλής χρήσης βίας μέσα στα πανεπιστήμια.
Χωρίς τις προτεινόμενες βασικές αλλαγές καμία επί μέρους ρύθμιση δεν μπορεί να αναστρέψει ούτε καν να καθυστερήσει την πορεία προς την περιθωριοποίηση. Οι καιροί ου μενετοί. Αν οι απαιτούμενες ενέργειες δεν γίνουν σύντομα, το κόστος θα είναι ανυπολόγιστο και δεν θα έχει νόημα η καθυστερημένη εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου. Το τρένο θα έχει πλέον οριστικά χαθεί. *