Είσοδος μέλουςΕίσοδος μέλους Εγγραφή Νέου Μέλους

ΘΕΜΑ - 2 ΧΡΟΝΙΑ ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ
ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ - Τεύχος 08/5/2009
Αρθρογράφοι: ΘΕΜΑ - 2 ΧΡΟΝΙΑ ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ
Δικηγόρος, μέλος της συντακτικής επιτροπής του ΒΗΜΑΤΟΣ Ιδεών
Διευθυντής συντάξεως του ΒΗΜΑΤΟΣ Ιδεών
Αρχισυντάκτης του ΒΗΜΑΤΟΣ Ιδεών
Καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών, πρ. υπουργός, μέλος της συντακτικής επιτροπής του ΒΗΜΑΤΟΣ Ιδεών
Ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου Πατρών, μέλος της συντακτικής επιτροπής του ΒΗΜΑΤΟΣ Ιδεών
Αρχιτέκτων, μέλος της συντακτικής επιτροπής του ΒΗΜΑΤΟΣ Ιδεών
Επίκουρη καθηγήτρια στο Πάντειο πανεπιστημίο, μέλος της συντακτικής επιτροπής του ΒΗΜΑΤΟΣ Ιδεων
Μηχανισμοί αποξένωσης της έρευνας για τα θέματα της χώρας
Τάσος Γιαννίτσης
Καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών, πρ. υπουργός, μέλος της συντακτικής επιτροπής του ΒΗΜΑΤΟΣ Ιδεών
Ολο και περισσότερο την τελευταία δεκαετία περίπου, η ακαδημαϊκή έρευνα για θέματα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας αποξενώνεται από τα κρίσιμα ελληνικά ζητήματα. Αποτέλεσμα είναι ότι για καυτά ζητήματα της χώρας η διαθεσιμότητα σοβαρών μελετών συρρικνώνεται, ο προβληματισμός δεν έχει βάση να στηριχθεί, ώστε να οδηγήσει σε μια συγκροτημένη ανταλλαγή επιχειρημάτων. Η άσκηση πολιτικής είναι αίολη. Στηρίζεται σε εντυπώσεις, αυθαίρετες υποθέσεις, συχνά απλουστευτικές, ακόμη και παραπλανητικές. Ιδιαίτερο κενό παρατηρείται σε «κριτικές» αναλύσεις που να έχουν αντοχή στον χρόνο. Το πιο παραστατικό παράδειγμα είναι το εξαιρετικά καυτό πρόβλημα του Ασφαλιστικού, για το οποίο λαμβάνονται αποφάσεις χωρίς να υπάρχει καμιά σοβαρή μελέτη της κατάστασης, των προοπτικών, των δεδομένων και των επιπτώσεων των πολιτικών.
Στις ανεπτυγμένες κοινωνίες οι κυβερνήσεις στηρίζουν συστηματικά τη λειτουργία think tanks με ευρύ φάσμα προβληματισμού και απόψεων, κατανοώντας τη σημασία μιας τέτοιας διαδικασίας. Στην Ελλάδα οι προϋποθέσεις για τέτοιες διαδικασίες είναι ανύπαρκτες.
Μια διαφορετική κατηγορία αφορά τις έρευνες διαφόρων φορέων, που όμως από τη φύση τους είναι εξαρτημένοι από τα συμφέροντα με τα οποία είναι συνδεδεμένοι οι φορείς αυτοί. Ενώ παράγουν ουσιαστικό ερευνητικό έργο, το τεκμήριο της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας ή της πληρότητας του έργου αυτού δεν μπορεί παρά να είναι ελλειπτικό.
Οι τάσεις αυτές, στο μέτρο που ισχύουν, είναι διαβρωτικές. Μια κοινωνία η οποία δεν αναπτύσσει συγκροτημένο και κριτικό διάλογο στο εσωτερικό της από θεσμούς και πρόσωπα τα οποία θα έχουν ανεξαρτησία σκέψης και θέσεων, ή δεν επιτρέπει να αναπτυχθεί στο εσωτερικό της πλουραλισμός απόψεων, ή δεν ενισχύει το στοιχείο της γόνιμης διαμάχης και αμφισβήτησης για καίρια ζητήματα, πρέπει να ανησυχεί βαθιά. Η αδυναμία αυτή τη στερεί από τον πλούτο των επιλογών και των συνθέσεων, που η ιστορία έδειξε ότι αποτελούν μια από τις κινητήριες δυνάμεις εξέλιξης και επιτυχίας στο δύσκολο τοπίο της διεθνούς οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης.
Τα αίτια είναι δυσδιάκριτα. Θα επισημάνω
εδώ δύο. Το πρώτο σχετίζεται με τα στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύονται από τους αρμόδιους οργανισμούς, όπως η Στατιστική Υπηρεσία (ΕΣΥΕ), το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, η Τράπεζα της Ελλάδας, η Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας, το υπουργείο Παιδείας και πολλοί άλλοι. Μια απλή σύγκριση με τα στοιχεία που οι ίδιοι δημοσίευαν πριν από περίπου 15 χρόνια και πολύ περισσότερο με τα στοιχεία αντίστοιχων φορέων ανεπτυγμένων χωρών αναδεικνύει τα κενά, τη φτώχεια, τη συρρίκνωση της πληροφόρησης, του παράγοντα δηλαδή που τροφοδοτεί την έρευνα, την ανάλυση, τον προβληματισμό, την πολιτική. Επιπλέον, πολλά στοιχεία έχουν χαμηλή αξιοπιστία, ή δημοσιεύονται με σοβαρές καθυστερήσεις, ή αλλάζουν αρκετά συχνά χωρίς εμφανή αιτία ή εξηγήσεις, ή κάνουν διαχρονικές ή άλλες συγκρίσεις αδύνατες.
Ωστόσο ακόμη πιο σοβαρός παράγοντας είναι το σύστημα ανέλιξης των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας. Με βάση διάφορους νόμους της τελευταίας περίπου δεκαπενταετίας, κριτήριο εξέλιξης στις ανώτερες πανεπιστημιακές βαθμίδες ορίστηκε η ύπαρξη δημοσιεύσεων σε διεθνή περιοδικά, τα οποία ιεραρχούνται από πλευράς επιστημονικού κύρους και σπουδαιότητας. Επίσης ιεραρχείται η «επίπτωση» της δημοσίευσης, με διεθνή κριτήρια. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαδικασία αυτή συμβαδίζει με τα κριτήρια της «αριστείας», με την έννοια ότι οι δημοσιεύσεις αυτές υπόκεινται σε πολύ αυστηρή αξιολόγηση και, όταν ολοκληρώνονται, δικαίως εκφράζουν μιαν αναγνώριση της υψηλής ποιότητας της επιστημονικής ανάλυσης.
Αλλά η αντίστροφη όψη αυτού του θετικού αποτελέσματος, που αναγκάζει τα «καλά επιστημονικά μυαλά» να επιδιώκουν δημοσιεύσεις στα περιοδικά αυτά, έχει παράλληλο
αποτέλεσμα το ότι επηρεάζει ουσιαστικά το είδος και την κατεύθυνση της κοινωνικής έρευνας. Οι λόγοι είναι πολλοί, και ιδιαίτερα:
Ολα περίπου τα περιοδικά αυτά καλλιεργούν την κυρίαρχη (mainstream) άποψη στον χώρο της επιστήμης τους, με αποτέλεσμα κριτικές απόψεις να αδυνατούν να φιλοξενηθούν σε αυτά. Περιοδικά πιο ανοιχτά σε απόψεις και θεματολογίες ιεραρχούνται χαμηλότερα, ανεξάρτητα από την ποιότητα του άρθρου που δημοσιεύεται σε αυτά. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι οι ικανοί επιστήμονες δεν θα διακινδυνέψουν να ασχοληθούν με εναλλακτικές θεωρήσεις, αφού στην περίπτωση αυτή θα βρεθούν αποκλεισμένοι από τα καλύτερα περιοδικά, τα οποία και μόνο τούς εξασφαλίζουν μια καλή εξέλιξη. Τα περιοδικά αυτά, τα οποία αποτελούν πόλο έλξης δημοσιευμάτων από την αφρόκρεμα της επιστημονικής κοινότητας σε όλον τον κόσμο, δεν ενδιαφέρονται και δεν μπορεί να ενδιαφέρονται για θεματικές τοπικής σημασίας. Θέματα που αφορούν κοινωνικές ή οικονομικές σχέσεις στην Ελλάδα, ή σε μιαν άλλη χώρα με περιορισμένο διεθνές ενδιαφέρον, από τη φύση τους αδυνατούν να βρουν θέση στα περιοδικά αυτά. Αποτέλεσμα είναι ότι οι ικανότεροι κοινωνικοί επιστήμονες της χώρας ανταγωνίζονται για δημοσιεύσεις γύρω από διεθνείς θεματικές, την ανάπτυξη θεωρητικών μοντέλων και την ανάλυση προβλημάτων που σπανίως έχουν σημασία για τις εξελίξεις στην Ελλάδα. Ακόμη όμως και όταν έχουν, η περαιτέρω εξειδίκευσή τους, για τους ίδιους λόγους, δεν αποτελεί ελκυστικό πεδίο διερεύνησης.
Οι παραπάνω συνθήκες, ενώ έχουν μιαν ισχυρή λογική και ενισχύουν την ποιότητα των αναλύσεων του επιστημονικού και πανεπιστημιακού δυναμικού, από την άλλη πλευρά λειτουργούν με διπλό τρόπο ανασταλτικά
για μορφές έρευνας που θα ήσαν ιδιαίτερα σημαντικές για τη χώρα: περιορίζουν τις θεματικές που προσελκύουν το ενδιαφέρον των ικανών επιστημόνων, αλλά περιορίζουν και την κατεύθυνση και την οπτική γωνία από την οποία θα γίνουν η έρευνα και η ανάλυση.
Το πρόβλημα θα μπορούσε να περιοριστεί αν υπήρχαν εθνικά ερευνητικά προγράμματα, κίνητρα και ευκαιρίες για εθνικές (ή και διεθνείς) ερευνητικές ομάδες, που θα διεκδικούσαν πόρους για την ανάλυση τέτοιων ζητημάτων. Τέτοιος μηχανισμός όμως έχει σταματήσει να υπάρχει εδώ και λίγα χρόνια, σε αντίθεση ακόμη και με το δικό μας παρελθόν και με πολλές άλλες χώρες-μέλη της ΕΕ.
Μετά την πτώση της δικτατορίας, η ασφυκτική και πολύχρονη απουσία κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών αναλύσεων που είχε προηγηθεί έδωσε τη θέση της σε ένα κύμα νέων αναζητήσεων και σκέψεων. Πολλές από αυτές δεν άντεξαν στη διάρκεια του χρόνου, αν και αρκετές από αυτές μπορεί να είχαν μιαν ιδιαίτερη, έστω πρόσκαιρη, σημασία. Αλλες συνέβαλαν στην κατανόηση πολλών σχέσεων και προβλημάτων της χώρας και στη διαμόρφωση πολιτικών αντιμετώπισής τους. Αλλες, προφανώς, δεν ήσαν παρά αποτέλεσμα του κλίματος της εποχής εκείνης, χωρίς καμιά περαιτέρω συμβολή. Ολο εκείνο όμως το κλίμα είχε μια δημιουργική επίδραση στην έρευνα και την ανάλυση, που τότε, στη φάση αλλαγής της πορείας της χώρας, τροφοδότησε μια δυναμική με κοινωνική σημασία.
Σήμερα ζούμε σε μια περίοδο πρωτόγνωρης διεθνούς κρίσης, που συμπαρασύρει την Ελλάδα σε δίνη, λόγω και των δικών της διαρθρωτικών αδυναμιών και ανικανοτήτων. Σε φάσεις κρίσης όμως η δυνατότητα κατανόησης της πολύπλοκης πραγματικότητας, των στρατηγικών άλλων κοινωνιών, η ικανότητα πρόβλεψης εξελίξεων, η αναζήτηση δημιουργικών σκέψεων και λύσεων και το άνοιγμα ευκαιριών για μιαν υπέρβαση και αντιμετώπιση πιεστικών και νέων προβλημάτων είναι πολύ σημαντικά εργαλεία. Για την έξοδο της χώρας από την κρίση, το ίδιο το πολιτικό σύστημα πρέπει να θελήσει να απελευθερωθεί από τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς που το περιτριγυρίζουν και τη βραχυκυκλωμένη κομματική σκέψη πολλών πολιτικών στελεχών που συνδέονται με τους διάφορους πολιτικούς χώρους.
ΔΙΟΡΘΩΣΗ Ο κ. Σπύρος Ντάφης, άρθρο του οποίου δημοσιεύθηκε στο τεύχος 24 του ΒΗΜΑΤΟΣ ΙΔΕΩΝ (σελ. 11) με τίτλο «Διαχείριση υδάτινων πόρων», είναι σύμβουλος του ΕΚΒΥ (Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων- Υγροτόπων) και όχι σύμβουλος
του ΕΛΚΕΘΕ. Επίσης στο τέλος της τρίτης παραγράφου του άρθρου του κ. Ντάφη το σωστό κείμενο είναι: ας σημειωθεί ότι η παγκόσμια κατανάλωση νερού από 400
km 3
το 1900 αυξήθηκε σε 6.000 km 3
το 2000».
Αφιέρωμα
ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ - Τεύχος 08/5/2009
Επιμέλεια αφιερώματος ΓΙΑΝΝΗΣ Ν. ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ
Ο πολιτισμός στη χώρα μας, αυτό που κατ΄ ευφημισμόν αποκαλούμε «βαριά» βιομηχανία», είναι προ πολλού αφημένος στην τύχη του. Χωρίς σχέδιο, χωρίς στρατηγικές, χωρίς υποδομές, χωρίς όραμα. Μηχανισμοί του σύγχρονου πολιτισμού αναδεικνύονται οι τρέχοντες θεσμοί της αγοράς, η τηλεόραση, τα best sellers, τα blockbusters, οι εκλαϊκευτές της τέχνης. Παράλληλα στην εκπαίδευση λείπει το κομμάτι του πολιτισμού που της αναλογεί, στοιχείο...