Εκτύπωση Κλείσιμο
Η αναδιανεμητική επίδραση του πληθωρισμού στην Ελλάδα
Η αύξηση των τιμών πλήττει περισσότερο τους οικονομικά ασθενέστερους
Στ. Ζωγραφάκης Πανεπιστήμιο Πατρών και Θ.Μητράκος Τράπεζα της Ελλάδος
Φωτογραφία
Οπως προκύπτει από τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Εurostat, η χώρα μας και οι υπόλοιπες χώρες της Νότιας Ευρώπης (μαζί με την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο) εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά σχετικής φτώχειας με βάση την κατανομή του χρηματικού εισοδήματος. Ο κίνδυνος αυτός κατά την τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα κυμαίνεται μεταξύ 20% και 22%, καταγράφοντας μία εντυπωσιακή σταθερότητα. Ειδικότερα, περίπου το 1/5 του πληθυσμού της χώρας ή δύο εκατομμύρια άτομα βρίσκονται τις τελευταίες δύο δεκαετίες κάτω από το χρηματικό όριο της φτώχειας. Ανάλογη σταθερότητα κατά την τελευταία δεκαετία επέδειξαν και οι στατιστικοί δείκτες μέτρησης της οικονομικής ανισότητας, παρά το γεγονός ότι το μέγεθος των κοινωνικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ ενισχύθηκε στη χώρα μας σημαντικά (από 22,3% το 1995 αυξήθηκε στο 26,7% το 2001 προσεγγίζοντας τον μέσο ευρωπαϊκό όρο 27,1%). Το γεγονός αυτό αναδεικνύει το πρόβλημα της σχετικά περιορισμένης αποτελεσματικότητας των κοινωνικών δαπανών στη χώρα μας, όπου η κατανομή των δαπανών αυτών στις διάφορες πληθυσμιακές ομάδες δεν φαίνεται να παράγει σημαντικά αναδιανεμητικά αποτελέσματα.
Γιατί όμως; Ισως γιατί την ίδια στιγμή φαίνεται να λειτουργούν διάφοροι μηχανισμοί έμμεσων και αντίστροφων αναδιανομών οι οποίοι χωρίς να γίνονται πολλές φορές αντιληπτοί συνεισφέρουν στη διαχρονική σταθερότητα ή έχουν ως αποτέλεσμα την εξουδετέρωση τυχόν θετικών επιδράσεων στην άμβλυνση της ανισότητας και της φτώχειας. Μια τέτοια έμμεση αναδιανομή εξετάζεται στη συνέχεια. Πρόκειται για την αναδιανομή που επιτελείται τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας μέσω της μεταβολής των τιμών των προϊόντων και υπηρεσιών. Η αναδιανομή αυτή έχει λάβει την περίοδο 2000-2006 αξιόλογες διαστάσεις και επιπλέον έχει επιβαρύνει ιδιαίτερα ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες όπως είναι οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι και οι οικονομικά ασθενέστεροι. Επίσης έχει διευρύνει την οικονομική ανισότητα, καθώς οι προαναφερόμενες ομάδες βρίσκονται στο κατώτερο τμήμα της κατανομής του εισοδήματος και αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο φτώχειας και οικονομικής επισφάλειας.
Η βασική ιδέα της ανάλυσης στηρίζεται στη διαπίστωση ότι οι διάφορες ομάδες του πληθυσμού (φτωχοί, πλούσιοι, συνταξιούχοι κ.ά.) αγοράζουν και καταναλώνουν ένα αρκετά διαφορετικό «καλάθι» αγαθών και υπηρεσιών. Με βάση την οικονομική θεωρία, καθώς βελτιώνεται το βιοτικό επίπεδο ενός πληθυσμού, το μερίδιο των δαπανών του για είδη πρώτης ανάγκης (διατροφή, στέγαση κ.ά.) περιορίζεται και αυξάνονται αντίστοιχα οι δαπάνες για αγαθά μέσης ανάγκης και πολυτελείας καθώς και για υπηρεσίες εκπαίδευσης, αναψυχής κ.ά. Αυτό ισχύει είτε μεταξύ διαφορετικών εισοδηματικών ομάδων (π.χ. φτωχά και πλούσια νοικοκυριά) είτε και διαχρονικά στην ίδια χώρα (ιεραρχώντας τα νοικοκυριά με βάση το εισόδημά τους, από το φτωχότερο ως το πλουσιότερο, και χωρίζοντας στη συνέχεια τον πληθυσμό σε τέσσερις ισοδύναμες αριθμητικά ομάδες, θεωρούμε ότι φτωχό είναι το νοικοκυριό εκείνο που ταξινομείται στην πρώτη ομάδα του 25% των νοικοκυριών με το χαμηλότερο εισόδημα, ενώ πλούσιο θεωρούμε το νοικοκυριό που ταξινομείται στην τέταρτη ομάδα του 25% των νοικοκυριών με το υψηλότερο εισόδημα).
Στην Ελλάδα διαπιστώνουμε ότι τα φτωχά νοικοκυριά δαπανούν πολύ υψηλότερο μερίδιο για διατροφή, στέγαση (συμπεριλαμβάνονται τα καύσιμα θέρμανσης) και ποτάκαπνό, ενώ αντίθετα, δαπανούν μικρότερο μερίδιο δαπάνης για μεταφορές, αναψυχή, ξενοδοχεία- εστιατόρια κ.ά. Το αντίθετο ακριβώς ισχύει για τα πλούσια νοικοκυριά. Συγκεκριμένα, μεγάλη βαρύτητα για τους φτωχούς έχουν τα ενοίκια, οι υπηρεσίες των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ), το ψωμί, ο καπνός και τα καύσιμα θέρμανσης. Μάλιστα σύμφωνα με τον Πίνακα 1 τα φτωχά νοικοκυριά ξοδεύουν το 1/4 του συνολικού προϋπολογισμού τους σε έξι συγκεκριμένα αγαθά και υπηρεσίες. Αντίθετα, τα πλούσια νοικοκυριά για τα ίδια αγαθά και υπηρεσίες ξοδεύουν μόλις το 1/8. Στο «καλάθι» των πλουσίων μεγάλη βαρύτητα έχει το αυτοκίνητο, το σερβιριζόμενο φαγητό, η βενζίνη κίνησης (καύσιμα αυτοκινήτων), τα είδη ένδυσης και οι οδοντιατρικές υπηρεσίες (Πίνακας 2).
Φωτογραφία
Τα πλούσια νοικοκυριά για τα έξι αυτά αγαθά και υπηρεσίες ξοδεύουν περίπου το 1/4 του συνολικού προϋπολογισμού τους, σε αντίθεση με τα φτωχά νοικοκυριά που ξοδεύουν λίγο περισσότερο από το 1/8.
Συνδυάζοντας τα μερίδια δαπανών των επιμέρους ομάδων του πληθυσμού με τους αναλυτικούς Δείκτες Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) που δημοσιεύει η ΕΣΥΕ, μπορούμε να εκτιμήσουμε τον πληθωρισμό που αντιμετωπίζει η καθεμία ομάδα (Πίνακας 3). Στα έξι από τα τελευταία επτά χρόνια ο πληθωρισμός των φτωχών νοικοκυριών ήταν μεγαλύτερος από τον πληθωρισμό των πλούσιων νοικοκυριών. Μόνο το 2004 παρατηρήθηκε το αντίθετο. Επίσης, το 2006 η απόκλιση ήταν η μεγαλύτερη που καταγράφηκε για ολόκληρη την περίοδο: ο πληθωρισμός για τους φτωχούς ήταν αυξημένος κατά 42% έναντι του πληθωρισμού των πιο εύπορων πληθυσμιακών ομάδων. Συνοψίζοντας, ο τρόπος με τον οποίο μεταβάλλονται οι τιμές των επί μέρους αγαθών και υπηρεσιών στο χρονικό διάστημα που εξετάστηκε, σε συνδυασμό με το διαφορετικό καταναλωτικό πρότυπο των επί μέρους ομάδων του πληθυσμού,
Φωτογραφία
είχε ως αποτέλεσμα μια ουσιαστική αναδιανομή σε βάρος των οικονομικά ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων. Οι ομάδες αυτές αποτελούν και τους σημαντικότερους «πυρήνες» φτώχειας για τη χώρα μας και είναι τα νοικοκυριά των οποίων ο αρχηγός έχει σχετικά χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης, τα αγροτικά νοικοκυριά, οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι και γενικά οι οικονομικά ασθενέστεροι. Η πρόσθετη πληθωριστική επιβάρυνση των ομάδων αυτών φαίνεται να δημιουργείται κυρίως σε περιόδους κατά τις οποίες και το γενικό επίπεδο των τιμών αυξάνεται με σχετικά ταχύτερους ρυθμούς. Κατά τις περιόδους αυτές τα φτωχά νοικοκυριά καθίστανται περισσότερο ευάλωτα σε περαιτέρω αυξήσεις των τιμών, με συνέπεια να αντιμετωπίζουν πληθωρισμό ως και 37% υψηλότερο του μέσου πληθωρισμού. Το επιβαρυντικό αυτό αποτέλεσμα προκύπτει σε ολόκληρη την εξεταζόμενη περίοδο, κυρίως από τα είδη διατροφής αλλά και από τα καύσιμα θέρμανσης μετά τον χειμώνα του 2005.
Η εισοδηματική πολιτική θα μπορούσε να αμβλύνει τις παραπάνω αρνητικές αναδιανεμητικές επιδράσεις της εξέλιξης των τιμών. Ωστόσο δεν φαίνεται να λειτουργεί προς αυτή την κατεύθυνση. Την περίοδο 2000-2006 οι ονομαστικές αυξήσεις των κατώτατων αποδοχών, αυτές με τις οποίες συνήθως αμείβονται οι οικονομικά ασθενέστεροι, υπολείπονται σημαντικά των μέσων αποδοχών που λαμβάνουν άλλες ομάδες του πληθυσμού (δημόσιοι υπάλληλοι, υπάλληλοι επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, υπάλληλοι τραπεζών κ.ά.). Οι πραγματικές αυξήσεις, στη συνέχεια, των οικονομικά ασθενέστερων είναι ακόμη μικρότερες έναντι των άλλων εργαζομένων, εφόσον οι πρώτοι επιβαρύνθηκαν με μεγαλύτερο πληθωρισμό έναντι των δεύτερων. Παρατηρούμε επομένως ότι ο μηχανισμός των τιμών μπορεί να εξουδετερώσει ένα τμήμα των θετικών κοινωνικών επιδράσεων που έχουν οι κοινωνικές δαπάνες καθώς και οι διάφορες θετικές πολιτικές που στοχεύουν στον περιορισμό της φτώχειας και της ανισότητας. Η διαχρονική αυτή στασιμότητα των παραπάνω δεικτών υπήρξε η αφετηρία του δικού μας προβληματισμού. * Το άρθρο απηχεί τις προσωπικές απόψεις των συγγραφέων.